Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Incantadas



Στα 1492, 31 Μαρτίου , ο βασιλιάς της Ισπανίας Φερδινάνδος και η βασίλισσα Ισαβέλλα υπέγραψαν το διάταγμα που εξόριζε τους Εβραίους κατοίκους της Ιβηρικής χερσονήσου, κατά μίμηση των Εγγλέζων που εγκαινίασαν αυτήν την πρακτική στα 1290. Το μεγάλο κύμα εκπατρισμών Εβραίων που ακολούθησε στη δυτική Ευρώπη, είχε σαν αποτέλεσμα να αδειάσουν οι περιοχές της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Ναβάρας, της Νάπολης και της Προβηγκίας που ήταν μέχρι τότε οι τόποι διαμονής τους. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί κατευθύνθηκαν στην Οθωμανική επικράτεια , που τους δέχτηκε και τους εγκατέστησε στα εδάφη της. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα μόνο επεισόδιο της σύγκρουσης του καθολικισμού με το Ισλάμ, η οποία κορυφώθηκε το 16ο αι. , και μάλιστα διέθετε και χαρακτηριστικά παγκόσμιας σύρραξης.
Το μεγαλύτερο τμήμα αυτών των "περιπλανώμενων Ιουδαίων" έφτασε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου προυπήρχε εβραϊκή κοινότητα μαρτυρημένη τουλάχιστον από τα χρόνια των Αποστόλων. Στα 1520 ήδη ο μισός πληθυσμός της πόλης ήταν Σεφαραδίτικος (ονομάστηκαν από την Sepharadh, περιοχή της Ισπανίας όπου ήταν εγκατεστημένοι πριν το διωγμό) , ενώ οι Χριστιανοί λιγότεροι από το ένα τέταρτο. Αυτό μοιάζει να είναι και το σημείο όπου συνέβη η τομή με το βυζαντινό παρελθόν της πόλης, σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη που κατοικούνταν, παρά την άλωση, κυρίως από Χριστιανούς. Οι νεοφερμένοι αποτέλεσαν την παραγωγική ραχοκοκαλιά της Θεσσαλονίκης, η οποία άρχισε πάλι να ακμάζει. Στέριωσαν και πλούτισαν και έγιναν παράγοντες πολιτικής και πολιτισμού και παράδοσης. .  Κατάφεραν να κυριαρχίσουν  στις εμπορικές συναλλαγές αφήνοντας στους Μουσουλμάνους επικυρίαρχους, που δεν χαμπάριαζαν από πρώιμο καπιταλισμό, την πολυτέλεια να ασχολούνται με την κρατική μηχανή και να θεραπεύουν τη θρησκεία τους. Μαζί τους είχαν φέρει -όπως όλοι οι πρόσφυγες- θρησκεία και γλώσσα, τα καστιλλιάνικα. Οι συναγωγές , που καταστράφηκαν μόλις το 1917 στη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, είχαν τα ονόματα των τόπων προέλευσής : Ispanya, Cecilian, Lizbon, Otranto, Aragon,Katalan. Τα οικογενειακά ονόματα ( Ναβάρο, Κουένκα, Αλγκάβα) πρόδιδαν τους τόπους καταγωγής, όπως και τα φαγητά και τα παιχνίδια και τα τραγούδια.
 
 Οι εβραϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης ήταν πολλές και ασφυκτικά χτισμένες, καταλαμβάνοντας το κέντρο της πόλης από το παραλιακό τείχος μέχρι την βυζαντινή Μέση Οδό (σημερινή Εγνατία), με τους Μουσουλμάνους να κατοικούν στα "μπαΐρια" ( την Άνω Πόλη, ή Ακρόπολη ή Καφέ Κουλέ όπου οι συνθήκες υγιεινής ήταν σαφώς καλύτερες) και τους Χριστιανούς να "σπρώχνονται" προς τις ακρινές intra muros γειτονιές, τον Άγιο Μηνά και το Ιπποδρόμιο. Μια τέτοια εβραϊκή γειτονιά, η βορειότερη, ήταν η Rogos. Εκτείνονταν από την Παναγία Χαλκέων (Κόκκινη Εκκλησία) ώς την περιοχή των τούρκικων λουτρών "Ο Παράδεισος" και τη ρωμαϊκή "εξέδρα" για τους επίσημους της οποίας τα απομεινάρια βλέπουμε σήμερα εκεί μπροστά. Καταλάμβανε δηλαδή τη βόρεια όχθη της Εγνατίας μέχρι περίπου τα όρια του ρωμαϊκού forum που έτσι κι αλλιώς ήταν καταχωμένο από τα χρόνια του Θεοδόσιου του Β΄.



Στη συνοικία αυτή υπήρχε, ενσωματωμένο στο σπίτι του πλούσιου εβραίου υφασματέμπορου Λιάτσι Αρδίτη , ό,τι είχε απομείνει από τη "Στοά των Ειδώλων", το μνημείο δηλαδή που είχαν ανεγείρει οι Ρωμαίοι περίπου το 2ο αι. για να στολίσουν την νότια είσοδο στο forum , από τη μεριά δηλαδή της σημερινής Εγνατίας.
Η μνημειακή αυτή είσοδος αυτή αποτελούνταν από κιονοστοιχία με τέσσερις πεσσούς, διακοσμημένους αμφίπλευρα με ανάγλυφες ολόσωμες μυθολογικές μορφές, σε φυσικό μέγεθος. Μια νεανική μορφή Διονύσου, την Αριάδνη στεφανωμένη με φύλλα κληματαριάς, τη Λήδα σε αιώνιο σύμπλεγμα με τον κύκνο, τον Γανυμήδη σε  -αδιανόητο για τη Θεσσαλονίκη του Άνθιμου- σύμπλεγμα με τον αετό, την Αύρα με αέρινο χιτώνα, τη μορφή του Διόσκουρου και της Φρύνης, της Μαινάδας. Σύνολο δηλαδή που παρέπεμπε στη λατρεία του Διονύσου. Αυτές οι μορφές ήταν τα "Είδωλα" για τους Χριστιανούς. Για τους Σεφαραδίτες γείτονες πάλι ήταν οι "Incantadas", οι Μαγεμένες.
Το 1753 ο βρετανός ζωγράφος Stuart μαζί με τον αρχιτέκτονα Revett επισκέφθηκαν το σπίτι, όπου βρίσκονταν τα «είδωλα», με τη μεσολάβηση του βρετανού προξένου. Τη σκηνή αποθανάτισε ο Stuart σε χαρακτικό το οποίο έχει επιχρωματιστεί.
Τα ανάγλυφα αφαίρεσε ο παλαιογράφος Εμμανουήλ Μίλερ και τα μετέφερε στη Γαλλία το 1864. Είχε ακολουθήσει τη συνηθισμένη πρακτική της δωροδοκίας των Οθωμανικών αρχών για εξασφαλίσει τη σχετική άδεια.
Μέχρι και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 στην περιοχή δίπλα από τα Λουτρά Παράδεισος, στο ύψος της Εγνατίας, τα κατάλοιπα αυτής της κιονοστοιχίας βρίσκονταν στην αυλή ενός σπιτιού. Η τελευταία αυτόπτης μάρτυρας των "Μαγεμένων" , η Ζεντίλ Κοέν, ήταν ήδη ογδοντάχρονη στα 1939 όταν αφηγήθηκε στην εφημερίδα "Μακεδονία" το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας των Incantadas και την πώληση του σπιτιού σε έναν άλλο υφασματέμπορο, τον Μωύς Μπενβενίστε. Το σπίτι του πλούσιου εμπόρου και οι τελευταίες μνήμες από τις "Μαγεμένες" χάθηκαν στην πυρκαγιά του '17 μαζί με την φυσιογνωμία του ιστορικού κέντρου μιας πόλης που ιδρύθηκε ως ελληνική, έγινε ρωμαϊκή, βυζαντινή και οθωμανική. Για να καταλήξει στις αρχές του περασμένου αιώνα ως "νέα χώρα", τόπος άφιξης χωροφυλάκων από την παλιά Ελλάδα , χώρος υποδοχής προσφύγων από την Ανατολία και -τώρα στα κοντά- αρένα για μακεδονικά συλλαλητήρια. Στο ενδιάμεσο η εβραϊκή κοινότητα της πόλης εξοντώθηκε από τους Ναζί, οι περιουσίες των Εβραίων Σαλονικιών διαμοιράστηκαν από τους συμπολίτες τους και η μνήμη ξεριζώθηκε μαζί με το αχανές νεκροταφείο που χρησίμευσε ως campus του Αριστοτέλειου.

Σήμερα οι Μαγεμένες βρίσκονται στο μουσείο του Λούβρου, με τους αριθμούς 1391 -1401. Μερικοί τις ονομάζουν - κομμάτι συμπλεγματικά- "Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης".
Και για εμάς, τους σημερινούς Σαλονικιούς, τι απομένει από όλα αυτά ;  Μια ανάγκη που έρχεται ξανά και ξανά. Ας μετρήσω.
Το πατρικό σπίτι, διακόσια μέτρα από τη φευγάτη σκιά των Μαγεμένων. Ασπρόμαυρα  οικογενειακά ενσταντανέ  από τους πλανόδιους με τα τρίποδα του ΄60, μπροστά στην είσοδο των γυναικών για τα λουτρά. Το επάνω από την Εγνατία κομμάτι της πλατείας Αριστοτέλους που ήταν τότε η Rogos, πλατεία Σαχάρας για τον πατέρα , τώρα  Δικαστηρίων, σημείο για το  πρώτο εφηβικού ραντεβού. Τα αυγά "καμινάδας" που έβλεπα μικρό παιδί στην Αγορά Μοδιάνο και  η μοναδική Εβραία συμμαθήτρια στο 43ο Δημοτικό (σήμερα Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) που εξαιρούνταν από το μάθημα των θρησκευτικών, η στοά Χίρς και οι τελευταίες ταμπέλες στα Λαδάδικα, προτού γίνουν σκηνικό life style. Κι ακόμη, τα arodeadikos de merejena, κεφτεδάκια τυλιγμένα σε τηγανιτές μελιτζάνες κι όλα μαζί φουρνισμένα σε πικάντικη ντοματάδα. Φαγάκι καλοκαιρινό και ταυτόχρονα homage στο σεφαραδίτικο παρελθόν της πόλης.
Ελάχιστα σπαράγματα μνήμης από δεύτερο χέρι, οι διηγήσεις του πατέρα για τους Εβραίους της Σαλονίκης που ζούσαν  και εργάζονταν προπολεμικά δίπλα-δίπλα με τους Χριστιανούς. Λίγες νότες από το  ιδίωμά τους, τα Λαντίνο, με κωμική συμπάθεια στη φωνή , που ακούω ακόμη καθαρά:
-Αντιό, άντε και σύ! Πότε κι εσύ; όταν ο γείτονας Χριστιανός τους πληροφορούσε ότι  πέθανε κάποιος άλλος  Χριστιανός μαγαζάτορας.
Εικόνες προφορικής μνήμης από το κοπάδι των Εβραίων που διέσχιζε σιωπηλό και υποταγμένο την Εγνατία μέσα στην Κατοχή, ηλικιωμένες, σεβάσμιες  κυράδες με  μακριές γούνες και τις βαλίτσες στο χέρι, μωρά, οικογένειες... Ο πατέρας έλεγε ότι φώναζε και τραβούσε από το χέρι γνωστά του, συνομήλικα Εβραιόπουλα, να βγούν απ΄τη γραμμή, να σωθούν, κι αυτά δεν ήθελαν...
Και τέλος, από τα διαβάσματα, η χαμένη Madresica del Aqua, η Μανούλα του Νερού, στη θέση όπου χτίστηκε το Ολύμπιον της Αριστοτέλους και η  επίσης χαμένη μετά την πυρκαγιά, οδός Χαχάμ Ματαλών, η σημερινή Βασιλέως Ηρακλείου. Όπου το σχετικό τραγουδάκι:

La kalega de Matalon
la fago yo skalera.
Para suvir y abachar,
Kαrolina,
dare mi vida entera.

Την οδό του Ματαλών
θα την κάνω σκάλα.
Για να ανέβω και να κατέβω
Καρολίνα
δίνω και τη ζωή μου.
















Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Κι άλλο κασκόλ;




Και ένα καθυστερημένο μάλλινο. Το αναρτώ προς μεγάλη χαράν, ελπίζω, της φίλης Πουαντερι. Πρόκειται για ένα σχέδιο που έχει σαφώς διαχωρισμένες την καλή και την ανάποδη μεριά. Το γεγονός αυτό ίσως το κάνει λιγότερο κατάλληλο για κασκόλ μια και δεν εξασφαλίζει την αντιστρεψιμότητα. Η καλή του θυμίζει αυτό που οι παλιές ονόμαζαν "ψαροκόκαλο", το οποίο είναι σχέδιο μάλλινου υφάσματος. Έτσι βέβαια ονομάζεται και η βελονιά με την οποία ράβουμε τα στριφώματα. Μια άλλη περιγραφή του σχεδίου είναι " βέλη που ταξιδεύουν" αφού σχηματίζονται βελάκια που δείχνουν σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους:

Το μαλλί που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να είναι μάλλον χοντρό αλλά και με άνισο πάχος. Αυτό δημιουργεί ,από μόνο του, ένα "τρισδιάστατο " αποτέλεσμα. Οι δοκιμές μου σε μονόχρωμο και ισόπαχο μαλλί δεν απέδωσαν κάτι ενδιαφέρον, απλώς βεβαιώθηκα για την πλέξη. Οι βελόνες μπορούν να είναι ανάλογες ή χοντρότερες. Το μέγεθος θα προκύψει, όπως πάντα, μετά από την εφαρμογή της κλασικής μεθόδου "δοκιμή και λάθος". Τέλος, θα χρειαστεί ζυγός αριθμός πόντων.

Το κασκόλ δεν είναι τίποτε περισσότερο από την επανάληψη των δυο αυτών σειρών:
  1. Σειρά 1: 1 πόντος καλή,* ένας πόντος άπλεκτος, ένας πόντος καλή (αλλά πριν τον αφήσουμε να περάσει στη δεξιά βελόνα κάνουμε και ένα ρίξιμο κλωστής γύρω από τη βελόνα) ,περνούμε τον άπλεκτο πόντο πάνω από τον πόντο καλή και το ρίξιμο, συνεχίζουμε από το * μέχρι το τέλος. Ο τελευταίος πόντος είναι καλή.
  2. Σειρά 2: 2 πόντοι μαζί ανάποδη, αλλά πριν τους περάσουμε στη δεξιά βελόνα ξαναπλέκουμε ανάποδη τον πρώτο από τους δυο. Συνεχίζουμε μέχρι το τέλος.

(για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ)




Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Περιμένοντας τη βροχή

`

Η Ethel Waters τραγουδάει "Stormy Weather" το ΄33 και για πάντα. Υπέροχη ενορχήστρωση, και μια από τις big band της εποχής. Πάμπολλες οι εκδοχές του τραγουδιού, τέτοια μπριλάντε φωνή όμως μόνο η Waters διέθετε. Νομίζω καλύτερη και από αυτή της Lena Horn στην ομώνυμη ταινία. Σαν να ακούς τον άνεμο να σέρνεται στους δρόμους του St. Louis και να σηκώνει σύννεφα σκόνης. Γλυκό παράπονο το τρομπόνι. Its raining all the time.
Εδώ, σήμερα, μόνο φυσά. Πολύ, δυνατά, και η σκόνη χώνεται παντού. Το φως κιτρινίζει και η λαχτάρα για τη βροχή που έρχεται μοιάζει με τη λαχτάρα για το ταίρι που λείπει. Καμιά φορά και όταν είναι δίπλα.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Βρήκαμε μαλλί να ξάνουμε


Το πράγμα ξεκίνησε χτες, με ήλιο και χλιαρό αεράκι. Τα μάλλινα προσκέφαλα ανοίχτηκαν και το περιεχόμενό τους βρέθηκε σε αυτήν την κατάσταση, μετά από δώδεκα σχεδόν μήνες ευσυνείδητης χρήσης.
Κανονικά, και πάντοτε σύμφωνα με το προειρημένο κατά μαμάδες ευαγγέλιο, το μαλλί που αποτελεί το περιεχόμενο των μαξιλαριών έπρεπε να πλυθεί, να απλωθεί στο ύπαιθρο πάνω σε καθαρό σεντόνι και να αφεθεί στις φροντίδες του ήλιου και του αέρα κάνα δυο τρεις μέρες μέχρι σχολαστικά να στεγνώσει. Κατόπιν να "ανοιχτεί" υπομονετικά με το χέρι, μια και ο λαναριστής δεν περιοδεύει πλέον τις γειτονιές με το ειδικό εργαλείο του στον ώμο, με αυτό που χτυπούσε τα μαλλιά και τα αφράτευε. Εξάλλου και οι γειτονιές δεν υφίστανται άλλο. Τα μάλλινα προσκεφάλια μου,όπου βρίσκεις ακόμη κάποια ίχνη από τη χλωρίδα του Μπέλες, ανοίχτηκαν εν μέσω μεζονετών και εξαόροφων τεράτων με υπόγεια γκαράζ.



Παραλείποντας λοιπόν τα πρώτα στάδια πέρασα κατευθείαν στο άνοιγμα του μαλλιού. Δουλειά χρονοβόρα και μονότονη. Στο τέλος όμως λαβαίνεις εξαίσιες τουλούπες μαλλιού, στο φυσικό του χρώμα, εντελώς άοσμες και αέρινες. Τα χέρια δε, είναι τόσο μαλακά και απαλά, από τη φυσική λανολίνη που ακόμη διατηρεί το μαλλί παρά τα πλυσίματα, όσο καμιά κρέμα δε μπορεί να καταφέρει. Γεμίζεις λοιπόν τεράστια, φουσκωτά, πανάλαφρα μαξιλάρια, ζεστά το χειμώνα και δροσερά το καλοκαίρι.
Και αρχίζουν οι συνειρμοί... Κάτι σαν το παιχνίδι συναναστροφής στο οποίο πρέπει να πας από το γουρούνι στον Πλάτωνα με τρεις λέξεις. Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

Το μαλλί και το χοντρό μάλλινο υφαντό ύφασμα, ο αμπάς, αποτελούσαν την
πρωταρχική παραγωγή της αγροτικής οικογένειας. Η αυξανόμενη ζήτηση των μάλλινων υφασμάτων από τον 16ο αιώνα στην αγορά της Μεσογείου, δημιούργησε κέντρα εργαστηριακής βιοτεχνίας και εμπορίας που απέκτησαν μεγάλη οικονομική δύναμη. Οι συντεχνίες των αμπατζήδων —παραγωγών και εμπόρων μάλλινων υφασμάτων,τώρα ξέρετε τι σημαίνει το επίθετο Αμπατζής— και των καραμπατζήδων —εμπόρων υφασμάτων, η λέξη επιζεί σαν επίθετο Καραμπατζής, Καραμπατζόγλου, κλπ— είχαν τον έλεγχο της παραγωγής και της διακίνησης των αμπάδων. Η σημαντικότερη ήταν η συντεχνία των Αμπατζήδων της Φιλιππούπολης, που ιδρύθηκε το 1685.
Από το τέλος του 18ου αιώνα, την εποχή της πρωτοβιομηχάνισης, το δυτικό
μάλλινο ύφασμα, μαζί με την αυξανόμενη χρήση του βαμβακιού, εκτόπισαν την εγχώρια παραγωγή. Τα χοντρά μάλλινα υφαντά προορίζονταν μόνο για τις οικονομικά χαμηλότερες τάξεις.Ήταν τα, κοινώς λεγόμενα, αμπαδίτικα σε αντιδιαστολή με τα δυτικότροπα ρούχα.
Οι κτηνοτρόφοι κουρεύουν τα πρόβατα την άνοιξη. Με τα μαλλιά της ράχης,
που είναι τα καλύτερα, κάνουν την κλωστή. Με τα μαλλιά των ποδιών και της κοιλιάς κάνουν τα γιομίδια, με τα οποία γεμίζουν στρώματα και μαξιλάρια.
Η
κατεργασία του μαλλιού, η οποία γίνεται στο σπίτι, ακολουθεί, από την αρχαιότητα , τα εξής στάδια: πλύσιμο, ζεμάτισμα, ξάσιμο, άνοιγμα, λανάρισμα και γνέσιμο.Οι γυναίκες ζεματούσαν πρώτα τα λερωμένα μαλλιά σε βραστό νερό. Μετά τα ξέπλεναν με άφθονο κρύο νερό και τα στέγνωναν στη σκιά. Τα χτυπούσαν στεγνά για να φύγουν τα σκουπίδια και τα ξάνοιγαν με τα χέρια για να χωρίσουν τις κολλημένες ίνες. Στη συνέχεια τα λανάριζαν με τα λανάρια —εργαλεία που ξύνουν τα μαλλιά. Έπαιρναν την τλούπα, (αρχ. τολύπη, συγχρ. τουλούπα) το λαναρισμένο μαλλί, το έβαζαν στη ρόκα και το έγνεθαν, έκαναν δηλαδή κλωστή. Με το πρώτο μαλλί, τον ανθό, έκαναν το στημόνι και το υφάδι για τα ψιλά μάλλινα. Με το κοντό μαλλί που έμενε από το λανάρισμα έκαναν το κροκίδι, που ήταν το υφάδι στα χοντρά μάλλινα υφάσματα, τον αμπά, το σαγιάκι ή το γρίζο.

Τολύπη, λοιπόν:

<τολύπαι>· τὸ κατασκευαστὸν ἔριον
<τολύπευμα>· τὸ κατασκευαστὸν ἔριον

<τολύπευσεν>· ἐξειργάσατο ( Ησύχιος, Λεξικό, 5ος αι.π.Χ.)


Και ποίηση:



Προμηθέας

οὐ γὰρ σὺ παῖς τε κἄτι τοῦδ᾽ ἀνούστερος
εἰ προσδοκᾷς ἐμοῦ τι πεύσεσθαι πάρα;
οὐκ ἔστιν αἴκισμ᾽ οὐδὲ μηχάνημ᾽ ὅτῳ
Παιδί κι ακόμα πιο άμυαλος δεν είσαι τάχα,
αν περιμένεις τίποτ' από με να μάθεις;
μα δεν υπάρχει βάσανο και καμιά τέχνη
990 προτρέψεταί με Ζεὺς γεγωνῆσαι τάδε,
πρὶν ἂν χαλασθῇ δεσμὰ λυμαντήρια.
πρὸς ταῦτα ῥιπτέσθω μὲν αἰθαλοῦσσα φλόξ,
λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι καὶ βροντήμασι
χθονίοις κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω.
που ο Δίας θα με κατάφερνε το μυστικό μου
να πω, πριν τ' άτιμα μου αυτά δεσμά λυθούνε.
Κι έτσι λοιπόν ας πάει να σκα η πυρφόρα η φλόγα,
με τουλούπες λευκόφτερες χιονιάς κι υπόγειους
ας σει τα πάντα βροντισμούς κι ας συνταράζει,
995 γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μ᾽ ὥστε καὶ φράσαι
πρὸς οὗ χρεών νιν ἐκπεσεῖν τυραννίδος.
μα εμένα τίποτ' απ' αυτά δε θα λυγίσει,
που να του πω από ποιον το θρόνο του θα χάσει.

Προμηθεύς Δεσμώτης, μετ. Ιωαν. Γρυπάρη

Μα κυρίως:


Ο Τάκης Τλούπας (1920 - 2003). Ο σπουδαίος Λαρισινός φωτογράφος, ένας από την τριάδα των ιερών τεράτων της φωτογραφικής τέχνης στην Ελλάδα( Μελτετζής και Μπαλάφας οι άλλοι δυο).
Ο Τλούπας αποτύπωσε στο ασπρόμαυρο φιλμ την ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδας που χάνονταν σιγά σιγά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, για να αφήσει στη θέση της αυτό που εμείς γνωρίζουμε σήμερα. Θεσσαλικός κάμπος, νησιά, Ήπειρος, Άγιο Όρος, μερικές από τις αγαπημένες του θεματικές. Μα προπαντός και με κάθε τρόπο, οι άνθρωποι. Τα πρόσωπα γύρω του και εντός του που συγκροτούσαν ένα σύμπαν οικείο και ήδη μακρινό.


"Μαζεύοντας το μαλλί σε καρούλια" ,Λευκάδα, 1972. Τλούπας.Θυμίζει σκηνές από ταινίες του Τσάπλιν όπου το παίξιμο γίνεται με την πλάτη.


Του ίδιου.Δε γνωρίζω τίτλο, θαρρώ όμως ότι έχουμε μια περίπτωση εκλεκτικής συγγένειας με έργα του Θεοτοκόπουλου ή με το αυτοπορτραίτο του Πικάσο από τη γαλάζια περίοδο, το οποίο βρίσκεται στο Πράδο.



Είχα την τύχη να γνωρίσω την αδελφή του, περίφημη πλέκτρια, πνευματώδη και γλυκύτατη γυναίκα, στενή φίλη της Βασιλικής και να φιλοξενηθώ στο πατρικό τους. Η γνωριμία μαζί της στάθηκε πηγή έμπνευσης σε ότι έχει να κάνει με το πλέξιμο. Σαν σε όνειρο δε, θυμάμαι μια καλοκαιριάτικη μέρα, στην πρώτη παιδική μου ηλικία, ένα εξοχικό σπίτι σε μια πλαγιά του Πλαταμώνα, πάνω ακριβώς από τη θάλασσα, και το εκπληκτικό γεγονός ένα ρυάκι γάργαρο νερό να κατεβαίνει και να περνάει μέσα από το σπίτι. Ήταν του τρίτου παιδιού της οικογένειας που, εγκατεστημένος στο Παρίσι, ασχολήθηκε με τη γλυπτική.









Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Το είναι και το φαίνεσθαι


Κοπέλα που αποκοιμήθηκε , 1656–57
Johannes Vermeer ( Ολλανδία, 1632–1675)
Λάδι σε καμβά 87.6 x 76.5 cm
Μητροπολιτικό Μουσείο Ν.Υόρκης
Πρόκειται για το πιο πρώιμο δείγμα του μετέπειτα αγαπημένου θέματος του καλλιτέχνη: Ένα ή δυο πρόσωπα σε εσωτερικό σπιτιού.


Νεκρή φύση, όπως δείχνει η καράφα του κρασιού , τα αντικείμενα στο τραπέζι καθώς και το εξαίσιο χαλί. Μοιάζουν αφημένα εκεί μετά το τέλος κάποιας γιορτής.Η παρουσία του κοριτσιού ενισχύει το χαρακτηρισμό nature morte μια και εικονίζεται να κοιμάται αποκαμωμένο , με τη χαρακτηριστική κλίση στη μια πλευρά.
Όπως όμως έχουν δείξει οι οι ακτινογραφήσεις του πίνακα, αρχικά η σύνθεση περιελάμβανε έναν άντρα στη θέση του καθρέφτη, που αντανακλά το δωμάτιο, και ένα σκύλο στη θέση της καρέκλας στο πρώτο πλάνο. Επρόκειτο λοιπόν για σκηνή με ερωτικό υπαινιγμό, όπως μαρτυρά το κρασί, ο άντρας και ο σκύλος, όλα σύμβολα ερωτισμού στην ολλανδική ζωγραφική. Εξάλλου η ύπαρξη του πίνακα ,στον τοίχο πίσω από την κοπέλα, με τον Ερωτιδέα ενισχύει τον υπαινιγμό. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει και μια μάσκα, σύμβολο της ειλικρίνειας.
Ο καλλιτέχνης θέλησε με αυτές τις αντικαταστάσεις να κάνει λιγότερο φανερό το θέμα του . Είναι εξάλλου ένα από τα χαρακτηριστικά της τέχνης του Vermeer: Τίποτε δε μοιάζει να συμβαίνει στον καμβά κι όμως ξεπηδά μια σπουδαία ιστορία.
Την αφορμή να θυμηθώ τον πίνακα μου έδωσε η faraona και οι δυο γιαγιάδες της, που ύφαιναν χαλιά.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη;

`

Όταν μπερδεύουν την πολιτική με την ηθική τότε γεννιέται η υποκρισία. Και άντε να το κάνουν οι εργοδότες. Όταν το κάνουν και τα τσιράκια τους, τι γίνεται;
Ανειδίκευτοι, αγράμματοι, πειναλέοι, ωραία η αποστροφή της γριάς Μαρκάτου. Μήπως να είχαμε , επιτέλους, μορφωμένους εργαζόμενους μπας και λιγοστέψουν τα επιχειρήματα της εργοδοσίας; Να μια καλή δουλειά για το σχολείο, τι λέτε;
Κατά τ΄άλλα και σήμερα απεργία. Τι τα κάνουν άραγε όλα αυτά τα χαρισμένα μεροκάματα;

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Το γαϊδούρι και το σαμάρι

`

Τα εξάχρονα με ρώτησαν χθες το πρωί τι είναι απεργία και γιατί θα απεργήσω. Συνάδελφοί μου πάλι έλεγαν ότι η απεργία αυτή δε μας αφορά και ότι ο ΔΕΗτζής και ο γιατρός είναι προνομοιούχοι και δε μπορούμε να τους στηρίζουμε απεργώντας μαζί τους.
Στα μεν εξάχρονα παιδιά λοιπόν προσπάθησα να απαντήσω και να εξηγήσω όσο μπορούσα καλύτερα. Τους αφιερώνω όμως τη σημερινή και την αυριανή απουσία από τη δουλειά μου, και τούτο δεν είναι μόνο συμβολικό.
Στους συναδέλφους όμως που δε γνωρίζουν ή κάνουν ότι δε γνωρίζουν την έννοια της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και γλυτώνουν έτσι το μεροκάματό τους, αφιερώνω τους στίχους του Κ. Βάρναλη με την εξαίσια φωνή του Ν. Ξυλούρη. Θα ήταν πολύ να περιμένω να διαταράξουν τη μικροαστική χοντροπετσιά, τη μνημειώδη αμορφωσιά και τη απύθμενη υποκρισία που τους δέρνει και να κοιτάξουν λίγο μακρύτερα από τη μύτη τους; Ας προσπαθήσουν να ξεχωρίσουν επιτέλους ποιο είναι το γαϊδούρι και ποιο είναι το σαμάρι και ας χτυπήσουν το σωστό. ΄Η μήπως το γνωρίζουν ήδη και καμώνονται την άγνοια γιατί πιστεύουν ότι -προσωπικά- θα τα βολέψουν;
Αληθινά δεν ξέρω ποια εκδοχή είναι η χειρότερη. Ας μάθουν τουλάχιστον ότι κάποιοι, και όλα να τα χάσουν, θα διατηρούν πάντα την εσωτερική τους ελευθερία. Μπορούν άραγε να ισχυριστούν και οι απεργοσπάστες το ίδιο;

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Εικόνες

`

Ο θίασος, Θ. Αγγελόπουλος,1975





Ο Ρόκο και τ΄αδέλφια του, Λ. Βισκόντι,1960




Αλλοζανφάν, αδελφοί Ταβιάνι, 1973




Ευδοκία,Α. Δαμιανός, 1971





Ο Γατόπαρδος, Λ. Βισκόντι,1963


Η σειρά είναι μάλλον τυχαία.Έτσι κι αλλιώς αδυνατώ να ξεχωρίσω ένα και μοναδικό φιλμ ως αγαπημένο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει και τις ταινίες του Αβδελιώδη "Το δέντρο που πληγώναμε" και "Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων", άλλες από το Ιρανικό σινεμά όπως "Η μέρα που έγινα γυναίκα" και κάμποσες από το εγγλέζικο free cinema. Ακόμη και ντοκιμαντέρ -ίσως πρώτα αυτά- όπως "Η αγέλαστος πέτρα" του Κουτσαφτή για την αρχαία και τη σύγχρονη Ελευσίνα και τα "Ημερολόγια καταστρώματος" του Χαραλαμπόπουλου για το Σεφέρη.
Οι ταινίες είναι όπως τα βιβλία: μας μυούν σε κόσμους άγνωστους που καταφέρνουν να τους κάνουν αγαπημένους.Κι εμείς, με μια νοσταλγία πρωθύστερη, ζητάμε συνεχώς να επιστρέφουμε σε αυτούς. Γιατί; Τι έχουμε αναγνωρίσει από τον εαυτό μας που μας κάνει να ξεχνάμε τη σύμβαση του σελιλόιντ και της μηχανής; Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι το πλάνο μπορεί να ανοίξει απεριόριστα και να δείξει ό,τι και η πραγματική ζωή;






Μερικές φορές σκέφτομαι ότι το σινεμά γεννήθηκε πριν μερικούς αιώνες, μέσα στο έργο του Βελάσκεθ "Las Meninas". Κι αυτό επειδή πιστεύω ότι θέτει τα ίδια βασικά ερωτήματα, αυτά που διαβάζουμε και στον πίνακα : Ποιον-στ΄αλήθεια- ζωγραφίζει ο καλλιτέχνης; Αυτούς που φαίνονται ή αυτούς που πρέπει να ανακαλύψουμε; Και που βρισκόμαστε εμείς, οι θεατές; Μέσα στο πλάνο ή έξω; Ή μήπως είμαστε το ίδιο το πλάνο;






Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Εδώ είναι Βαλκάνια



Καθαρή Δευτέρα στη μακεδονική ενδοχώρα. Τάφος πάνω στον αρχαίο-σημερινό δρόμο που ένωνε την Άνω με την Κάτω Μακεδονία, έξω από τους Πύργους Πτολεμαΐδας. Λαμαρίνες και σκουριασμένοι πάσσαλοι, ταμπέλα ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ,πληροφοριακή πινακίδα που έστησε ο τοπικός εξωραιστικός σύλλογος μετά από συνεδρίαση δραστήριου ΔουΣού, λάσπες και νιο χορτάρι. Δίπλα στον πωρόλιθο του 4ου π.Χ. κάδος σκουπιδιών σε "δημαρχιακό" πράσινο χρώμα.



Απλός, μονόχωρος τάφος. Περίπου 3 επί 3 μέτρα. Λευκό επίχρισμα. Συλημένος.Οι θολίτες λίθοι άφαντοι. Χτιστός διάδρομος δεξιά και αριστερά που οδήγησε τον αρχαίο θρήνο. Το ένα θυρόφυλλο ακόμη όρθιο, μέσα στο στροφέα του.



Δάπεδο από χώμα προσεκτικά πατημένο και τεφρογάλαζη ταινία ένα γύρο στους τοίχους. Ποιος, ποια; Το επέκεινα...

...και η κατάφαση της ζωής. Contre lumiere και αποδομημένο ζακετάκι για τη θυγατέρα, πίσω οι πρόποδες του Καϊμάκ. Τεράστιος τσιμεντένιος σταυρός Καντιώτη και αγωνιστικός χαρταετός οικογένειας, εκτός πλάνου.



Αργότερα, στο καφενείο του χωριού.Ραμποτέ ξυλεία στους τοίχους και στρογγυλά τραπέζια για την πρέφα. Λαγάνα με σουβλάκια, αγόρια και κορίτσια σε κύκλια παράταξη, το νταούλι που ταράζει τα σωθικά και τα ασύρματα μικρόφωνα στα χείλη των χάλκινων. Καλή Σαρακοστή, έστω και καθυστερημένα!

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

Louise Michel

`


Η Louise Michel, κόρη μιας υπηρέτριας και ενός αριστοκράτη, γεννήθηκε το 1830 σε έναν πύργο της περιοχής του Μάρνη στη Γαλλία. Είχε την τύχη να πάρει συστηματική μόρφωση από την οικογένεια του πατέρα της , σύμφωνη με τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.
Τα παιδικά της χρόνια στον πατρικό πύργο ήταν ειδυλλιακά αλλά μετά το θάνατο των δικών της αναγκάστηκε να βιοποριστεί. Σπούδασε για να γίνει δασκάλα και άνοιξε ιδιωτικά σχολεία στην περιοχή της γενέτειράς της αφού η άρνησή της να συμμορφωθεί με τον αυταρχισμό του Ναπολέοντα του Γ΄,της στοίχισε την δυνατότητα να διδάσκει σε δημόσια σχολεία. Τότε, για πρώτη φορά, προσπάθησε να εφαρμόσει φιλελεύθερες εκπαιδευτικές αντιλήψεις, επηρεασμένη από το πνεύμα των Εγκυκλοπαιδιστών, βγάζοντας τα παιδιά για διδασκαλία στο ύπαιθρο και διδάσκοντας τη Μασσαλιώτιδα. Μετά τις αντιδράσεις που συνάντησε κατέληξε στο Παρίσι, στη συνοικία της Μονμάρτρης, όπου επίσης δίδαξε σε μικρά σχολεία και ανέλαβε κοινωνικό έργο ανάμεσα στους εργάτες της περιοχής.



Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού από τους Πρώσσους και της Παρισινής Κομμούνας (1870-71) ανέλαβε την περίθαλψη των τραυματιών και στρατεύτηκε στο πλευρό των Κομμουνάρων.Πολέμησε στους δρόμους του Παρισιού και ήταν παρούσα στην τελευταία μάχη της Κομμούνας, στο Κοιμητήριο της Μονμάρτρης.

Με την ήττα της Κομμούνας συνελήφθη και δικάστηκε όχι μόνο με τις κατηγορίες της στάσης εναντίον του καθεστώτος και της υποκίνησης σε στάση, αλλά και γιατί είχε τολμήσει να φορέσει στρατιωτική στολή και να φέρει οπλισμό. Καταδικάστηκε και εξορίστηκε στην αποικία της Νέας Καληδονίας όπου έζησε επτά χρόνια.


Στη διάρκεια αυτών των χρόνων ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του αναρχισμού χάρη στους συνεξόριστούς της. Δίδαξε τους ντόπιους κατοίκους και τους υποστήριξε κατά την εξέγερσή τους εναντίον των Γάλλων αποικιοκρατών. Δίδαξε επίσης και τα παιδιά των εξόριστων.
Επέστρεψε στη Γαλλία μετά την αμνήστευση των Κομμουνάρων και συνέχισε την επαναστατική της δράση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες χωρίς να εγκαταλείπει τα εκπαιδευτικά της σχέδια .

Η υπόλοιπη ζωή της ήταν μια συνεχής διαδοχή συλλήψεων, δικών και φυλακίσεων με ενδιάμεσα διαστήματα ελευθερίας. Μέχρι το θάνατό της, το 1905 στη Μασσαλία, είχε προλάβει να αναδειχτεί σε εμβληματική μορφή των αγώνων της εργατικής τάξης και των πρώτων γυναικείων διεκδικήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επέτειος του θανάτου της, για αρκετά χρόνια, τιμούνταν από τις εργατικές αναρχικές οργανώσεις με πορεία μέχρι το μνήμα της.



Είναι αρκετά παράδοξο - και μια στάλα ειρωνικό- ότι αυτή η γυναίκα, που υπήρξε σύντροφος των ηγετών της Κομμούνας , προδρομική μορφή του φεμινιστικού κινήματος, που τιμήθηκε με τη φιλία και το θαυμασμό του Victor-Marie Hugo και του Georges Clemenceau και έζησε μια ζωή ελευθερίας και πάθους, μνημονεύεται στην εποχή μας περισσότερο ως μία φωτισμένη δασκάλα. Το όνομα της δίνεται κατά κόρον σε δημόσια σχολεία της Γαλλίας.Ακόμη και μια στάση του Παρισινού μετρό ονομάστηκε προς τιμήν της. Είναι άραγε αυτή η "εκδίκηση" της ιστορίας στο πρόσωπο μιας γυναίκας ακηδεμόνευτης, που πήγε κόντρα στο ρεύμα και άνοιξε δρόμους που ακόμη δυσκολευόμαστε να βαδίσουμε;
Η Louise Michel ονομάστηκε από τους αντιπάλους της "Κόκκινη Μέγαιρα" και από τους φίλους της "Κόκκινη Παρθένος". Μάλλον δεν υπήρξε τίποτε από όλα αυτά.Ίσως να μπορούσαμε να καταλάβουμε κάτι περισσότερο για την ίδια διαβάζοντας το "L΄oeillet rouge", το "Κόκκινο γαρύφαλλο", το ποίημα που έγραψε σαν ύστατο αποχαιρετισμό στον Théophile Ferré , ηγέτη της Κομμούνας και μεγάλο της έρωτα, λίγο πριν αυτός εκτελεστεί το Νοέμβρη του 1871:


Αν είναι να βαδίσουμε,αδέλφια, στο μαύρο κοιμητήρι
πετάξτε στην αδελφή σας, τελευταία ελπίδα ,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο ανθισμένο.
Σαν ξυπνούσανε τα πλήθη,
τις μέρες τις στερνές της Αυτοκρατορίας,
ήταν το δικό σας το χαμόγελο,αδέλφια, κόκκινο γαρύφαλλο
που μας έλεγε ότι όλα γεννιούνται απ΄ την αρχή.
Σήμερα πια ανθίστε στη σκοτεινιά των θλιμμένων φυλακών.
Εμπρός, ανθίστε μέσα στο ζόφο της αιχμαλωσίας,
και πέστε σ΄όλους ότι αληθινά τους αγαπάμε.
Πέστε τους ότι, μέσα από το φεύγα του καιρού,
όλα ανήκουνε στο μέλλον.
Και πως ο βλοσυρός δυνάστης
έχει πιο σίγουρη θανή, παρά ο σκλαβωμένος.
















Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Κεριά

`

Τι συμβαίνει όταν ξαφνικά, αλλά όχι απροειδοποίητα, το ρεύμα κόβεται;
Το σούρουπο παίρνει τη φυσική του θέση στα μάτια και τα αυτιά. Το σκοτάδι κουκουλώνει τη Νέα Παραλία καθώς τη διασχίζει το ταξί, μ' ένα τρόπο που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχουν τα πάρκα, τα αναψυκτήρια, τα μπάζα και τα μπλόκια και ότι η ακτογραμμή δεν έχει χάσει τον αυθεντικό κυματισμό της, αυτόν που βλέπουμε στις παλιές φωτογραφίες.
Σταματούν οι θόρυβοι με έναν τρόπο διαφορετικό, όπως περίπου γίνεται όταν χιονίζει ή όταν συμβαίνει μεγάλη έκλειψη. Και τότε συνειδητοποιείς τι και πώς και για ποιον λόγο λειτουργούσε. Το πλυντήριο, η τηλεόραση, ο υπολογιστής, ο ήχος του δρόμου, η ρουτίνα του σπιτιού το απόγευμα. Τα φώτα που λείπουν σα να αποκαλύπτουν με την απουσία τους κάμποσα από αυτά που, τώρα το καταλαβαίνεις, συσκότιζαν πριν.
Τ' αναμμένα κεριά που μάζεψαν την οικογένεια γύρω τους, τη βρήκαν κομμάτι αμήχανη. Η γειτονιά στα μπαλκόνια, τώρα μιλά. Να προλάβει κάτι να πει. Μέχρι την επόμενη διακοπή ή το επόμενο ξαφνικό, ποιος ζει ποιος πεθαίνει...
Το τηλέφωνο νεκρό. Μα, πως ζούσαν τότε; Και κυρίως τι έκαναν; Ποια ήταν η καθημερινή διαδοχή αναγκών - μάλλον άγνωστων σε εμάς- και σε τι πράξεις οδηγούσαν; Πώς ήταν τότε που το φως ρύθμιζε με φυσικό τρόπο τις ώρες και το περιεχόμενό τους; Αν χρόνος είναι η εμπειρία του τότε θα ήταν διαφορετική και η αντίληψη για το χρόνο.
Κι εμείς; Καρτεράμε πότε θα ξανάρθει το ρεύμα για να επιστρέψουμε σε αυτά που ξέρουμε, σε αυτά που έχουμε συνηθίσει ή που μας έχουν συνηθίσει. Μα τι, ζωή χωρίς Internet; Θα τρελαθούμε δηλαδή. Να μη μοιραστούμε τις σκέψεις ενός απογεύματος, που κιόλας τελείωσε, με τόσους άλλους "εκεί έξω"; Αλήθεια, ποιο είναι το μέσα και ποιο το έξω; Είμαστε σίγουροι γι αυτά, κάθε φορά που τα χρησιμοποιούμε;
Με αναπάντητο ακόμη και το αρχικό μου ερώτημα. Τι είναι ο άνω βυθός των πραγμάτων;

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Το σύνδρομο της Μακεδονίας

`Ξεκίνησε αθόρυβα, σεμνά και ταπεινά,γιατί κάτι έπρεπε να γίνει με το μαλλί το προορισμένο για άλλο project, που ναυάγησε. Όσο προχωρούσε γινόταν και πιο σημαντικό γιατί δεν χρειάζονταν καμιά μετατροπή στο σχέδιο και τις διαστάσεις που ήταν αμερικανόπνευστα. Έφτασε να απασχολεί τη διεθνή κοινότητα και τα διεθνή μέσα όταν αναρτήθηκε προβάλλοντας διεκδικήσεις για την ονομασία του και τον αυτοπροσδιορισμό του.
Τελείωσε χτες το απόγευμα, έτσι. Έχει πλέον -ένα και μοναδικό- επίσημο όνομα,γενικά αποδεκτό: Amarantine (δες σχετικό post) και μπορεί πια γίνει μέλος του ΝΑΤΟ ( ΝΑ, ΤΟ τελείωσα!) Ο κίνδυνος βέβαια αποσταθεροποίησης της περιοχής δεν έχει παρέλθει, παρά τις αρχικές υποσχέσεις του διαμεσολαβητή. Γι αυτό ξεκίνησε αμέσως νέος γύρος διαπραγματεύσεων:

Ζητείται όνομα, χωρίς γεωγραφικό προσδιορισμό, για το παρόν. Ο διαμεσολαβητής έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά.

(Ορκίζομαι ότι η παρουσία του sous vere ήταν μάλλον τυχαία στο πλάνο. Δε συνδέεται με το υπονοούμενο πως το εθνικό ζήτημα είναι "μαλλιά κουβάρια" ή και σκέτα "μαλλιά" ).

Blogging about blocking

`


Αν το καλό σιδέρωμα διορθώνει τις αστοχίες του ραψίματος ( στο κατά πεθεράν ευαγγέλιο) υπάρχει κάτι ανάλογο για το πλέξιμο; Με άλλα λόγια πώς ετοιμάζουμε τα τελειωμένα κομμάτια για το τελικό στάδιο κατασκευής ενός πλεκτού το οποίο είναι η συναρμολόγηση;
Το χειροποίητο πλεκτό, ως "ύφασμα", έχει ιδιαιτερότητες που προέρχονται από την ίδια τη φύση του. ΄Οσο "στρωτά" και να πλέκει κανείς στο τέλος το κομμάτι είναι μαζεμένο, με άκρες που γυρίζουν προς τα μέσα και σε διαστάσεις μικρότερες από εκείνες του (φορμαρισμένου) δείγματος. Επιπλέον σχεδόν πάντα υπάρχουν "εκπλήξεις" σχετικές με την εφαρμογή του κομματιού. Τι κάνουμε λοιπόν; Μα, τεντώνουμε. Είναι η διαδικασία που στα αγγλόφωνα περιοδικά ονομάζεται blocking και στα καθ' ημάς τέντωμα, φορμάρισμα κλπ. Εντελώς απαραίτητη, όπως το σιδέρωμα στο ράψιμο. Εξάλλου προηγείται του ραψίματος.
Πώς γίνεται; Με πολλούς τρόπους. Κάθε πλέκτρια εφαρμόζει και άλλη πρακτική, λιγότερο ή περισσότερο συνηθισμένη. Στόχος πάντα είναι τα υπό συναρμολόγηση κομμάτια να έρθουν στις επιθυμητές διαστάσεις και τη σωστή φόρμα. Κλειδί του πράγματος το γεγονός ότι το μαλλί έχει μεγάλη ελαστικότητα και όταν βρέχεται γίνεται υπάκουο και ανταποκρίνεται σε κάθε χειρισμό. Καθώς στεγνώνει μπορεί να διατηρήσει την επιθυμητή φόρμα αν το αναγκάσουμε να το κάνει. Ιδού μερικοί τρόποι:
1.Ο "ήπιος τρόπος": Τεντώνουμε τα κομμάτια του πλεκτού και τα στερεώνουμε με καρφίτσες σε μια μεγάλη και μαλακή επιφάνεια. Προσέχουμε οι διαστάσεις να είναι οι επιθυμητές και πάντως ίδιες για τα συμμετρικά μέρη του πλεκτού. Δηλαδή τα μανίκια να έχουν τα ίδιο μήκος και φάρδος, οι πλαϊνές ραφές το ίδιο μήκος κλπ. Καταβρέχουμε ελαφρώς τα κομμάτια ή τα σκεπάζουμε με νωπή πετσέτα. Γενικώς το πολύ νερό δεν προσθέτει τίποτε στη διαδικασία. Τα αφήνουμε να στεγνώσουν με την ησυχία τους, συνήθως όλη τη νύχτα. Το πρωί έχουμε καλοφορμαρισμένα κομμάτια, τα οποία είναι έτοιμα για ράψιμο αν είχαμε φροντίσει να "υφάνουμε" μέσα σε αυτά τις άκρες της κλωστής που κρέμονταν.
Η επιφάνειες που είναι κατάλληλες για το τέντωμα είναι πάμπολλες: Σιδερώστρες (προσοχή στις καμένες), μαξιλάρια καναπέ (προσοχή στις καρφίτσες), στρώματα, πετσέτες, τα αφρώδη πλακάκια που χρησιμοποιούν τα παιδιά, κλπ. Στο εξωτερικό υπάρχουν ειδικές πτυσσόμενες επιφάνειες, μάλιστα με υποδιαιρέσεις, πάνω στις οποίες στερεώνει κανείς με ακρίβεια το πλεκτό. Υπάρχουν επίσης και ειδικά σύρματα που διατρέχουν περιμετρικά το πλεκτό κρατώντας το στερεωμένο για να αποφεύγεται το φαινόμενο των "μυτών" που δημιουργούν οι πολλές καρφίτσες στο περίγραμμά του πλεκτού.


2. Ο "γρήγορος τρόπος": Απλώς σιδερώνουμε το πλεκτό. Πάντα από την ανάποδη, πάντα με ατμό, ελέγχοντας πρώτα τις συστάσεις του κατασκευαστή στην ετικέτα της "κούκλας". Αρκετά νήματα, κυρίως τα συνθετικά ή εκείνα με μεταλλικά μέρη δεν επιδέχονται σιδερώματος. Η θερμοκρασία είναι εκείνη που αναγράφεται στο σίδερο. Μπορούμε να παρεμβάλλουμε πανί ανάμεσα στο πλεκτό και το σίδερο. Σε κάθε περίπτωση η πλάκα του σίδερου ακουμπάει ελάχιστα και πολύ ελαφρά το πλεκτό.Η κίνηση είναι: Ακουμπώ ελαφρά, σηκώνω. Ο κίνδυνος του ξεχειλώματος είναι μεγάλος αν αρχίσουμε κινήσεις στο μήκος και το πλάτος της σιδερώστρας, εκτός κι αν πρέπει πραγματικά να μεταβάλλουμε τις διαστάσεις κάποιου κομματιού.
Ο τρόπος αυτός είναι μια στάλα βίαιος κι επικίνδυνος αλλά γρήγορος. Είναι βεβαίως αποτελεσματικός όταν το μάκρεμα ή το φάρδεμα ενός κομματιού είναι το ζητούμενο. Τον τρόπο αυτό χρησιμοποιούν εξάλλου στις βιοτεχνίες όταν θέλουν να διορθώσουν τις διαστάσεις.
3. Ο "ευρηματικός τρόπος": Είναι αυτός που φαίνεται στο βίντεο. Δεν απαιτεί καρφίτσωμα, μια και το πέλος του χαλιού μοιάζει να συγκρατεί το πλεκτό στη θέση του. Όποιος/α τον δοκιμάσει ας μας πει τη γνώμη του!
Ας σημειωθεί ότι το βαμβάκι δεν διαθέτει την ελαστικότητα του μαλλιού. Έτσι , αν τεντωθεί, δεν επανέρχεται στις προηγούμενες διαστάσεις .

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails