Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SALONIKA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SALONIKA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Η σφαγή, ο αγάς και ο άγιος



Ήταν ωραίο το φεγγαράκι χτες . Δυο δεκαετίες πίσω  κάτι τέτοια βράδια τα λέγανε γκαστρωμένα, ίσως γιατί όλα τότε μεγάλωναν.  Έκλεινε η πρώτη φάση της μεταπολίτευσης, η Ελλαδίτσα ετοιμαζόταν να γίνει Ελλαδάρα με ευρώ και Ολυμπιακούς, η δεξιά ήταν δεξιά, η αριστερά αριστερά και ο Άκης ένα μεταμοντέρνο ρολόι που έλεγε την ώρα on demand. Απεργούσα σε κάθε ευκαιρία, κατέβαινα στο δρόμο, το μηνιάτικό μου μεγάλωνε με διάφορα επιδόματα και  η οικογένειά μου με παιδιά. Μεγάλωνε στα μουλωχτά και ένα παράξενο, σιωπηλό πάρτι όπου δεν ήμουν καλεσμένη αλλά κάποτε κάποτε άκουγα τα κρεσέντα του. Ίσως  να έριχνα  και καμιά κλεφτή ματιά μέσα από τα κλειστά παράθυρα αλλά γύριζα αλλού το βλέμμα γιατί θεωρούσα ότι "αυτό έτσι είναι".
 Σήμερα το πρωί όλα είναι διαφορετικά. Η μεταπολίτευση τελειώνει και τυπικά, κι αφού εδώ είναι ο τόπος της ιλαροτραγωδίας, παίρνει μαζί της την όση  οργή μπόρεσα να δικαιολογήσω στον εαυτό μου, όσες αριστερόστροφες κορώνες μπόρεσε να μου τσιρίξει  κατάμουτρα ο λαϊκισμός καθώς και μια καλή μαγείρισσα που φίλευε ντολμαδάκια στον καπετάν Γιώτη της γκαστριάς και της αθωότητάς μας. Ξεφούρνισα το κυριακάτικο παστίτσιο, ξεπροβόδισα περήφανο άντρα που συνόδευε το γιο στην πρώτη του ψήφο, την κουκουέδικη, "γιατί αυτοί τόσους ανθρώπους μας φάγανε", μπήκα σε ένα ταξί - μετά από πολύ καιρό- και τράβηξα για το πατρικό μου.
Ωραία μέρα, σημαδιακή. Ο ταξιτζής αίσχιστος επαγγελματίας, λες και ένα σκάνταλο χέρι έριξε επάνω του όλη την Ελλάδα που θέλουμε (;) να αφήσουμε πίσω. Αγένεια, κουτοπονηριά, ασχετοσύνη, θράσος. Η Βασιλική ένα πουπουλένιο κουβάρι πια στα χέρια μου, από το κρεβάτι μέχρι το μπάνιο και μετά στην κουζίνα, ευτυχώς τα μυαλά τετρακόσια.
- Πασόκ θα ψηφίσεις; το πέταξε το λογάκι της, μπουκωμένη το φαΐ της ελληνογεωργιανής συγκατοίκησης.
-Άσε με ρε μάνα, ο πίξιος ο δείξιος ο ταξιτζής, εσύ μου έλειπες τώρα, έλα φιλάκι, φεύγω.
Και μετά, εκλογικό τμήμα όπισθεν Αχειροποιήτου, στρογγυλή εκατοντάδα, η μπροστινή μου η κοπέλα - μαύρο μπλουζάκι, μαύρο τζιν, βλέμμα άδειο- ψάχνει τα ψηφοδέλτια και βάζει τους πειρατές πάνω πάνω. Παίρνω τα δικά μου, σε κάποιο  πρώτο όνομα συνάδελφος  συνδικαλιστής,  καταγγέλλει σε κάθε χρόνο και έγκλιση το σάπιο πολιτικό σύστημα και  είναι ο ίδιος του υποκριτής, κομπιναδόρος, ψιλικατζής. Ξεφυλλίζω, διαλέγω, τρεις σταυροί , το μη χείρον βέλτιστον και καλύτερα μια χαζή στη βουλή παρά ένα λαμόγιο.
  Έξω, ελεεινά πεζοδρόμια, βρώμα και δυσωδία, τμήμα Μεταγωγών, οι Ασώματοι μπαίνουν   στον κανθό του ματιού και με καλούν.  Μέσα στο λιοπύρι κοντεύω και μετράω τα μικρά τοξωτά παράθυρα που γυρόφερναν οι δερβισάδες. Ελπίζω στην παράξενη ανάσα που φυσάει ατέρμονα στο σκιερό κατώφλι, κάτω από την παλαιοαραβική επιγραφή και το εικόνισμα του Αι Γιώργη καβαλάρη. Μακάρι και  σε μια στιγμή μαρμαρωμένης ησυχίας στον εσωτερικό περίβολο του Χορτατζή αγίου.  Όχι, είναι κλειστό. Η πομπική οδός για το Οκτάγωνο άσημη και βρώμικη, Πακιστανοί πουλούν αθλητικά παπούτσια αυτό το Σαββατοκύριακο και παρακάτω Σουδανοί. Ο Πύργος κλειστός επίσης, ανοιχτά γεμάτα καφέ, μαγειρεία με έτοιμα φαγητά στη βιτρίνα κατά το σύστημα που τάιζε τους φακίρ φουκαράδες στα ευαγή ιδρύματα των Οθωμανών, καταϊδρωμένα γκρουπ από τη Ρωσία με κυράδες μαντηλοδεμένες και ορθόδοξο ιερέα επικεφαλής. Δεν την ξαναπατάω, αστικό για την Καλαμαριά, τηλέφωνο που χτυπάει, μαμά πού είσαι, είμαι σίγουρη για την επιλογή μου, δεν είμαι πια αθώα.
Λοιπόν, με έχουν σφάξει, δεν πιστεύω καθόλου ότι θ' αγιάσω αλλά νομίζω ότι δε μπορεί να μου συμβεί τίποτε χειρότερο από ό,τι έχω κάνει η ίδια στον εαυτό μου, στην οικογένειά μου και στον τόπο που ζω. Το πρόβλημά  δεν είναι πια ο αγάς αλλά οι άγιοι γύρω μου. Ακόμη και ένας παράδεισος σαν τον ελληνικό θα δυσκολευτεί πολύ πια να τους  στέρξει. Αλλά και πάλι... τόσο το χειρότερο για τον παράδεισο.

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Εμείς ήρθαμε για την έκθεση



Κάποτε, πάνε χρόνια, το φθινόπωρο έρχονταν στην ώρα του, κάθε Σεπτέμβρη.
Η Θεσσαλονίκη, σαν ενζενί του ελληνικού σινεμά, έγραφε μούρλια τα καλά της σε έγχρωμο σινεμασκόπ και ο στόλος γέμιζε αρόδο το Θερμαϊκό. Η παραθέριση τελείωνε, ο Λαμπρόπουλος έβγαζε καινούριες ποδιές και φουφούλες γυμναστικής. Άνοιγε η Έκθεση, ο κόσμος έτρεχε να χαζέψει τρακτέρ Μπελαρούς, μοτέρ του Δαμίγου και κουλούρες σύρμα από την Αλβανία. Να γευτεί μαύρη μπύρα και να διασκεδάσει σε μια νοητή αντανάκλαση του οριστικά χαμένου Μπεχτσινάρ αφού οι κήποι των πριγκήπων είχαν επιτέλους εξαφανιστεί, μαζί με τους πρίγκηπες, το Οθωμανικό και Εβραίικο παρελθόν της πόλης και τη μνήμη των νεκρών της.
Έρμη, προαιώνια "Συν", που αξιώθηκε την πρώτη κομμούνα της Ιστορίας, το κίνημα των Νεοτούρκων, το μοναδικό κοσμοπολιτισμό στον Ελλαδικό χώρο, τον Πανίκα και τον Φτερωτό Γιατρό. Μαζί με την Έκθεση εμφανίζονταν και τα σόγια από την ενδοχώρα της Μακεδονίας, που -κάνοντας την παραδοσιακή δήλωση "'ήρθαμε για την Έκθεση"- στρώνονταν με τις μέρες και δεν έλεγαν να το κουνήσουν.
Τα πράγματα, βεβαίως, έχουν σημαντικά αλλάξει από τότε.
Το φθινόπωρο αναζητείται, το ίδιο και ο λόγος της απομάγευσης του κόσμου. Η Έκθεση πλέον μετακομίζει στη μεριά του Μπεχτσινάρ αλλά το γεγονός μάλλον δε θα θυμίζει κάτι σε ανθρώπους που διάγουν την πτωχεία τους. Η Θεσσαλονίκη ξαναζεί έναν κοσμοπολιτισμό, στα απλωμένα εμπορεύματα των μαύρων, ενώ ο Πανίκας ο Ανθρωποκεντρικός τρίβει τα χέρια του.
Τα σόγια από την επαρχία έχουν από καιρό αποδημήσει οριστικά και στη θέση τους, κάθε Σεπτέμβρη, έρχονται στο Μακεδονία Παλλάς οι λομπίστες των πρώην, νυν και γουάναμπι πρωθυπουργών. Μάλιστα όλοι αυτοί συζητούν για την κρίση, το ποιος φορά παντελόνια και αν η Άμωμος Σύλληψης του Βατοπεδίου ήταν πράγματι τέτοια.
Ο Λαμπρόπουλος εξαφανίστηκε και έγινε Notos Gallery στη στοά Χιρς που εξαφανίστηκε κι αυτή κάτω από τη λάμψη πανάκριβων brands. Σχολική ποδιά δε χρειάζεται πλέον, αντιθέτως. Δέκα χιλιάδες ευρώ επειγόντως, γιατί το σχολείο τα χρωστάει στην εταιρεία του αερίου και μας το έκοψαν.
Κι εγώ; Αναρωτιέμαι. Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που συζητά ακόμη αν το Βατοπέδι, η Ζήμενς και οι εξωγήινοι υπάρχουν και ποιος τους προσκάλεσε. Η ίδια κοινωνία που αντέχει το Φράχτη, η ίδια που επιθυμεί το Φράχτη.
Η κυρία Βουλγαροπελέκη που δε φταίει, ο τζουντόκα σύζυγός της και ο κοσμάκης που χτυπιέται στο τατάμι της εαυτής υποκρισίας. Ο Γιώργος, που μέχρι τα εφτά του τον έλεγαν Τζεφ, οι φορτηγατζήδες, οι βενζινοπώλες, οι off shore φίλων μου γιατρών. Η κοινωνία που θέλει πρόστυχα, αδιάφορα σχολεία δίπλα σε χορούς δις, ευχαριστημένη γιατί ανέθεσε σε κάποιους τη διαχείριση της απελπισίας της και έφυγε και φέτος να κάνει διακοπές στον καταληστευμένο τόπο , το σπαραγμένο τοπίο. Σατανικό κοντραπούντο.
Ναι λοιπόν, ωραία, ήρθατε για την Έκθεση. Πότε, με το καλό, θα φύγετε;

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Ένα πουκάμισο αδειανό


Λένε ότι η ιστορία "έχει" τους δικούς της τρόπους να ολοκληρώνεται, ότι "ειρωνεύεται", ότι "εκδικείται", λένε πολλά.
Μάλλον τίποτε. Ιστορία είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και η ατέρμονη διαπλοκή του φόβου τους, του θυμού τους, της ελπίδας τους. Κάποιοι άνθρωποι λοιπόν βρήκαν και διέσωσαν από τη χωματερή της εθνικής αφασίας τα ιστορικά τεκμήρια της δολοφονίας Λαμπράκη. Τα ενδύματα των θυμάτων, ένα χειροπιαστό κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, πόλης διάσημης για τα φαγιά, τον ερωτισμό, τους φραπέδες, τον Ψωμιάδη και τις πολιτικές δολοφονίες ενός αιώνα. Δυο χαρτόκουτα από τα αζήτητα του αρχείου του Δικαστικού Μεγάρου, ματωμένα πουκάμισα και μονά παπούτσια, το πράγμα θα μπορούσε να έχει και αλληγορικό χαρακτήρα. Σαράντα εφτά χρόνια μετά εμφανίστηκαν και ίσως σημαίνουν ακόμη κάτι, για κάποιους.
Μας μεγάλωσαν να πιστεύουμε ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στις 22 Μαΐου του 63 από την παλατιανή συνωμοσία και το παρακράτος, εξαιτίας της αριστερής και φιλειρηνικής του στάσης. Τις τέσσερις μέρες που βάστηξε η νοσηλεία του - κλινικώς νεκρού - βουλευτή στο ΑΧΕΠΑ εκατοντάδες ανθρώπων περίμεναν νύχτα μέρα απ' έξω. Ο πατέρας και η Βασιλική, έγκυος επτά μηνών στο γρασίδι του ΑΠΘ. Κάποιοι λένε ότι ο Λαμπράκης είχε ήδη κάνει αίτηση εισδοχής στην Ένωση Κέντρου. Ο Παπανδρέου, εκλεκτός του αμερικανικού παράγοντα, θα έμενε στη σκιά. Αλίμονο.
Γεννήθηκα ακριβώς δυο μήνες μετά την επίθεση στην οδό Σπανδωνή. Στα συλλαλητήρια της επόμενης χρονιάς ο πατέρας ορμήνευε τη Βασιλική πού θα καταφύγουν αν χτυπήσει η αστυνομία, είχα μάθει το "ένα, ένα, τέτελα" και οι χωροφύλακες την παρατηρούσαν :
-Μαζέψτε, κυρία μου, το παιδάκι σας.
Ήταν μια Παρασκευή του Μάρτη το 85 όταν ο Σαρτζετάκης έγινε Πρόεδρος και εμείς ανηφορίζαμε στην ταβέρνα του Βλάχου, στο Τσινάρι. Πιστέψαμε ότι, ναι, η ιστορία εκδικείται. Οι αφελείς.
Ο Τίγρης ίσως είχε κάτι "άλλο" να πει. Μια εκδοχή φρικαλέα στην απλότητά της. Μα ο Τίγρης ήταν και γραφικός. Τι βάση να δώσει κανείς. Το σπιτάκι στο νταμάρι της Ευαγγελίστριας ήταν βαμμένο ώχρα. Εγώ καμιά εικοσαριά χρονών.
-Θα ήθελα τον κύριο Χατζηαποστόλου.
Φορούσε μια κόκκινη αθλητική φόρμα και έκανε μεγάλες κινήσεις με τα χέρια του. Δέχτηκε το μικροποσό που έστειλε ο πατέρας μου με συγκατάβαση ξεπεσμένου ηγεμόνα. Στις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν με καταπράσινα κοστούμια και ένα είδος αυτοσχέδιας λατέρνας με σημαιάκια και λάβαρα. Ο πατέρας θύμωνε. Η επίσκεψη στην Ευαγγελίστρια δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Το μνημείο στη συμβολή Ερμού και Σπανδωνή, οι πατρικές εμμονές, η οικογενειακή ιστορία, η Θεσσαλονίκη των φαντασμάτων, οι συλλογικές και προσωπικές αυταπάτες, όλα που με κράτησαν στην αγκαλιά τους, με έθρεψαν και με έφεραν ως εδώ. Ο καιρός που ζούμε, η πίκρα, η αίσθηση της ήττας και της αδικίας. Τα πλήθη που πήγαν σπίτι τους, η απαξίωση της πολιτικής, η κυριαρχία του εύκολου. Ο Σπηλιωτόπουλος στο πρωινό του MEGA, το θράσος που δε γνωρίζει τον εαυτό του, η επιθετικότητα της ενοχής. Το χυδαίο είναι κυρίαρχο.
Ναι, θα πάω να δω το πουκάμισο όταν εκτεθεί. Δε ξέρω αν οι μεγάλες αφηγήσεις της ιστορίας έχουν τελειώσει, όπως λένε. Θέλω να διατηρώ το κομματάκι εκείνο που μπορεί και να με ξεγέλασε, μπορεί και να με μπέρδεψε αλλά είναι δικό μου. Κι αν έχω επιτέλους κάτι μαθημένο από όλα τούτα είναι να φοβάμαι εκείνους που δε νιώθουν τίποτε από το κοινό δικό τους. Ούτε καν τις αυταπάτες.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Η κρίση είμαστε εμείς


Ο Teacher Dude, ο "ξένος" Σαλονικιός που περιγράφει την ελληνική πραγματικότητα με τα κείμενα του και τις εξαιρετικές του φωτογραφίες. Τιμιότητα, ενάργεια και - ελπίζω- συμπάθεια. Η ανάρτηση καταγράφει το μούδιασμα του κόσμου ταυτόχρονα με την καταγγελία του πελατειακού πολιτικού συστήματος και της ηθικής κρίσης που είναι και η αληθινή κρίση.
Αν τολμούσα να προσθέσω κάτι σε ένα τόσο λιτό και περιεκτικό κείμενο θα ήταν μόνο η απαισιοδοξία μου. Μια κοινωνία σε ιλουστρασιόν ύπνο, βαθιά αμοραλιστική και ουσιαστικά αγράμματη, ένα σίχαμα που ρουφάει φραπέ πίσω από πομπώδη γυαλιά ηλίου και δανείζεται για να φτάσει το λάιφ στάιλ των περιοδικών, τελευταία σε βιβλιοφιλία, πρώτη σε πατριωτικές κορώνες και μακριούς σταυρούς, μια κοινωνία που συντηρητικοποιήται πιο γρήγορα από τον ίδιο της τον εαυτό, δεν έχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης. Ο κόσμος που δε βγαίνει στους δρόμους, το ανύπαρκτο ηθικό αίτημα, η απαξίωση της τιμής και της αξιοπρέπειας είναι αποδείξεις συνενοχής. Πάμε, Ντόλυ.

The Greek government is currently negotiating the details of the EU-IMF brokered emergency loan pakage and as a result TV stations are covering the story non-stop, much in the manner of some kind of natural disaster with breaking news interrrupting regular programming. Whatever the final details are the reality of the situation is now painfully obvious to everyone.

The country is, in essence bankrupt and now faces the prospect of massive economic dislocation with huge cuts in wages and most likely a sharp rise in unemployment. Local newspapers are talking about one million without work (Greece has a population of 11 million) before the year is out.

The question on everyone's lips is, "How did it come to this?" People are still in a state of shock and there is a numbness as if Greeks cannot quite fathom what is happening to them. But beyond that there is a feeling of intense anger that the ruling political parties have betrayed the country and left its inhabitants at the mercy of outside forces. Soon, once the initial dismay has worn off and the effects of the crisis appear in wallets and pockets there is going to be a massive backlash against both Greece's two largest parties, PASOK who and New Democracy who swopped places in last year's general elections.
Already there have been protests and marches in many cities as as the weeeks go by these are set to increase in size and frequency. Buses full of riot police are now to be seen regularly in city centres and few believe that the demonstrations will remain peaceful. There is no way the current political establishment can ask sacrifices of people when they themselves have been mired so long in a constant tangle of corruption and scandal. Neither PASOK nor New Democracy seem to think that the Greece's plight is their fault and simply feel that it is business as usual as far as campaigning goes. I think that they have seriously misread the feeling of the country and are likely to be the victims of this backlash in the local council elections this year.
It will be interesting to see how the current PASOK government manages to deal with fact that they can no longer buy support through the traditional method of handing out contracts and jobs to supporters. Once the intricate web of patron-client relationships starts to fray what will take its place? For decades both the major parties have used such tactics to shore up their electoral base and ensure powerful "friendships" with the country's economic elites. With the system now under close scrutiny from both the IMF and the EU political leaders will have little to offer apart from promises, which have come to mean virtually nothing to most Greeks.
What we are witnessing is not just a economic but also a moral bankruptcy with a deeply corrupt and amoral political apparatus collapsing under the weight of its own inadequency.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Επάγγελμα : Πατριώτης

`
Μετά το τέλος της δοξολογίας για την επέτειο της 25ης Μαρτίου στην Αγία Σοφία, ο νομάρχης Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Ψωμιάδης έστειλε "μήνυμα", κοινώς χαιρετίσματα, στον Ευρωπαίο Επίτροπο Αλ Μούνια πως «εδώ είναι Ελλάδα και δεν θα ρωτήσουμε την ΕΕ. Όταν σε καλεί η πατρίδα πρέπει να θυσιαστείς. Όλοι λοιπόν πρέπει να θυσιαστούμε. Ο Πρωθυπουργός δεν είναι κουρασμένος. Ο Ελληνικός λαός είναι κουρασμένος από αυτά που ακούει από το 1974 και μετά».
Ναι , είναι γεγονός. Η πολλή δημ0κρατία βλάπτει και κουράζει. Πού οι παλιές, καλές οι μέρες της επανάστασης. Ξεκούραστες, βρε παιδί μου.
Ευτυχώς, υπάρχει και ο μεταμοντέρνος Ξανθόπουλος στην τοπική πολιτική σκηνή, για να μας θυμίζει ότι η φουκαριάρα η μάνα Ελλάς χρειάζεται θυσίες για να πάει μπροστά.


Και.. πού είστε; Πάντα με το αζημίωτο, έτσι;

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Δάκρυα 2

Η διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, είναι ένα μέρος με λογιών λογιών αναφορές. Αν ρωτήσεις αρκετούς ανθρώπους θα πάρεις σίγουρα αρκετές διαφορετικές απαντήσεις.
Αν για παράδειγμα, πέσεις σε  κανένα παλιό αριστερό Σαλονικιό, θα σου πει πως είναι ένα εμβληματικό σημείο για την πολιτική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκείνο της σφαγής των εργατών κατά την απεργία της Πρωτομαγιάς του '36. Ίσως και να γνωρίζει ότι το πλήθος συνέχισε την πορεία του κουνώντας μαντήλια, βουτηγμένα στο αίμα που χύθηκε στο δρόμο.





Θα σου πει ίσως για την Κατίνα Τούση που θρηνεί πάνω από το δολοφονημένο γιο της. Για το Γιάννη Ρίτσο που εμπνεύστηκε τον "Επιτάφιο". Αυτόν που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Μέρα Μαγιού. Άμα είναι και διαβασμένος θα σου μιλήσει για το πώς ένα  πρωτογενές  γεγονός που καταγράφεται στη συλλογική συνείδηση  αργότερα παραχωρεί τη θέση του στο δευτερογενές, το οποίο καταξιώνεται εξίσου με το αρχικό.


Αν μιλήσεις με αρχιτέκτονα ή αρχαιολόγο, θα σου πει για το Χαμζά Μπέη τζαμί, ένα από τα πολλά οθωμανικά μνημεία της πόλης που πέρασαν σε δεύτερη και τρίτη χρήση μετά τον εξελληνισμό της.
Το τέμενος χτίστηκε στα 1467 και μάλιστα κτίτωρ ήταν μια γυναίκα, η Χαφσά Χατούν. Κάθε άλλο παρά τυχαία, θα σου πει, η επιλογή της τοποθεσίας για την ανέγερση του τζαμιού. Τα 16 από τα 22 κιονόκρανα που στολίζουν το τέμενος προέρχονται από παρακείμενη παλαιοχριστιανική βασιλική, ίσως κάποιου γυναικείου μοναστηριού, από που αυτά που υπήρχαν μπόλικα -intra muros - στη βυζαντική Θεσσαλονίκη. Οι συνέχειες που λέγαμε τις άλλες.
Θα σου μιλήσει λοιπόν για τις διαδοχικές χρήσεις του μνημείου. Από τζαμί, τόπος εγκατάστασης προσφύγων κατά την Μικρασιατική καταστροφή. Τα ίχνη της απελπισμένης προσπάθειάς τους να επιζήσουν βρέθηκαν , ογδόντα τόσα χρόνια μετά, στο εσωτερικό του μνημείου.
Κατόπιν, και αφού οι πρόσφυγες αποχώρησαν για να εξελληνίσουν τις εσχατιές της Σαλονίκης και τη μακεδονική ενδοχώρα, η κεντρική αίθουσα προσευχής και η αυλή του μνημείου στεγάστηκαν με μεταλλική κατασκευή. Παρόμοιου ύφους και είδους με τον πύργο του Άιφελ παρακαλώ.


Το τζαμί έγινε σινεμά. Σινέ Αλκαζάρ. Το περιστύλιο με τους ανακατεμένους κίονες κλείστηκε με κάθε λογής πατέντες και έγιναν εμπορικά μαγαζιά. Από τα γνώριμα, της Εγνατίας. Παπούτσια και πουκάμισα "για εργατικούς" που θα έλεγε ο Καβάφης και θα είχε δίκιο.
Αν πάλι έχεις την τύχη να μιλήσεις με κάποιον από τη διαρκώς ελλατούμενη φρουρά των θαμώνων του σινε Αλκαζάρ θα ακούσεις για το , τούρκικο βεβαίως , répertoire. Βλέπετε, σε πείσμα των συνθηκών και των παιγνίων επί χάρτου των αρχών του 20ου, και παρά τον συνωστισμό στην- κομμάτι υπερθερμασμένη- προκυμαία της Σμύρνης, οι παππούδες και οι πατεράδες μας τα τούρκικα καταλάβαιναν. Αυτά ένιωθαν. Και άμα θύμωναν ή πονούσαν και έπρεπε να μιλήσουν τη γλώσσα της καρδιάς, στο τούρκικο το γύριζαν και έρχονταν ο κόσμος στη θέση του.
Μπροστά στο σινεμά, το πεζοδρόμιο, απελπιστικά στενό. O φόβος και ο τρόμος της μαθήτριας, όταν αναγκαζόταν να το περάσει μέσα σε άλλο συνωστισμό, μετά τις παρελάσεις στην Εγνατία. Ο θρίαμβος του εφαψία. Celle horreur!
Βέβαια το γεγονός της απόδοσης ενός θρησκευτικού οθωμανικού μνημείου σε χρήσεις άλλες, δεν ενόχλησε στη Θεσσαλονίκη των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και των εθνικών συλλαλητηρίων. Αντιθέτως, τα σαλονικιώτικα γκρουπ που χαζεύουν την Αγιά Σοφιά στην Πόλη, ανάμεσα σε δυο εφόδους για δερμάτινα, ανατριχιάζουν με δίκαιη αγανάκτηση για τις ιεροσυλίες των Τουρκαλάδων.
Αν βέβαια πέσεις επάνω σε κανένα συνομωσιολόγο- ερευνητή του παραφυσκού-κλπ, θα ακούσεις για τα μυστηριώδη σύμβολα στα καπάκια  των υπονόμων της Βενιζέλου, που όμως δε σκεπάζουν κανενός υπονόμου το άνοιγμα. Θα μάθεις ότι πρόκειται αστικές σημαδούρες, που χρησιμοποιούν οι περιπλανώμενοι του παράδοξου.


Για τούνελ μυστικά θα  σου πει, που τέμνουν την Εγνατία. Και για ενεργειακούς χάρτες και τελλουριακά ρεύματα. Θα ακούσεις και για πρόσγειους, που τόσο έχουν αγαπήσει τη Σαλονίκη, ώστε να στοιχειώνουν, μέρα μεσημέρι, το Μπεζεστένι και το Καραβάν Σεράι.
Αν πάλι τύχεις σε (τριαντασαράντα ετών) νεόκοπη Σαλονικιά, θα σου πει "α, εκεί στη Fena,στο παπούτσι".
Αν ρωτήσετε  και την αφεντιά μου θα σας πω ότι έχω "δει " τα αίματα των διαδηλωτών πάνω στα κλειστά κεπέκια  και ότι ακόμη αναζητώ τα δεκάξι χρόνια του πατέρα μου στις φωτογραφίες του πλήθους του '36. Και για την μικρανεψιά   του Τούση, που ήταν συμφοιτήτρια και φίλη. Θα σας πω για τις παρελάσεις. Ή για την αλησμόνητη ανάμνηση του πεθερού μου στη στάση, μπροστά στο Αλκαζάρ. Στα χέρια η σακούλα με το κατσίκι που μας ψώνισε από το Καπάνι, παραμονή Πρωτομαγιάς. Βαριά άρρωστος ήδη και πολύ ακριβό το χατήρι μας. Μα δε θα παραλείψω να προσθέσω ότι κανένας πρόσγειος δεν είναι πιο τρομακτικός από το δήμαρχο, το νομάρχη, τις ξανθιές βουλευτίνες και το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Αλλά και τους ζωντανούς που τους ψηφίζουν.
Να μη ξεχάσω να πω, βεβαίως , για τον Καρύδα. Και για τον κράχτη του.
Οι κράχτες. Στέκονταν στην βιτρίνα του μαγαζιού και φώναζαν. Διαλαλούσαν φτήνια και ποιότητα. Όταν η κυρά κόντευε το τζάμι κι έδειχνε έστω και ελάχιστο δείγμα ενδιαφέροντος , ήταν γι αυτούς ζήτημα τιμής να την μπάσουν μέσα. Με τσαλίμια, φωνές, υποσχέσεις και ατάκες. Το διακύβευμα ήταν να μπει ο πελάτης. Κατά το δόγμα των Εβραίων εμπόρων της Σαλονίκης: "Και η σκόνη από τα παπούτσια του πελάτη είναι κέρδος για το μαγαζί".
Ο Καρύδας δεν πουλούσε σκόνη. Παπούτσια πουλούσε και , στα χρόνια του εβδομήντα που μεσουρανούσε η αισθητική της χούντας, έφερε και έστησε έξω από το μαγαζί του ένα τεράστιο γοβάκι με εκατοντάδες λαμπάκια , που γύριζε και γύριζε και έκανε σεκόντο στον κράχτη που ήταν από κάτω. Γεγονός! Το παπούτσι του Καρύδα.


Ένας αστικός μύθος λέει ότι το ζευγάρι του βρισκόταν στο Las Vegas, μέχρι που οι Αμερικάνοι το βαρέθηκαν και το πέταξαν. Οι Σαλονικιοί πάλι όχι. Απόδειξη ότι το γοβάκι είναι ακόμη εκεί και γυρίζει εξακολουθητικά και μάλιστα ο μακαρίτης ο Μιττεράν ,νομίζω, είχε ζητήσει να το δει σε μια επίσκεψή του στην πόλη. Η συνέχεια που λέγαμε, υπηρετείται τώρα από την ένδοξη Fena. Εξέλειπαν όμως οι κράχτες.
Χμ... όχι ακριβώς... Τα καμώματά τους αναγνωρίζω κάθε φορά που ο κανακάρης μου βλέπει Λιακόπουλο και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Και τώρα φταίω εγώ που βρίσκω , εντελώς αδικαιολόγητα βεβαίως, τους ίδιους εκφραστικούς τρόπους και σε άλλα μέρη; Η προκατάληψή μου φταίει, οπωσδήποτε.




'Ελα όμως που δε σε αφήνουνε να αγιάσεις. Βλέπετε, ο κόσμος είναι πια μικρός. Πολύ μικρότερος από την εποχή του κράχτη. Όλα είναι διαφορετικά. Τα δάκρυα όμως ίδια.



Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Christmas carols

Ο Βορέας από εβδομάδος εφύσα παγερός, κατερχόμενος των χιονοσκεπών ορέων, άτινα εκύκλωναν ώσπερ κατάλευκος ζωστήρ την πόλην της Θ. . Ήτο καιρός... Η παράτασις του φθινοπώρου είχεν διαδεχθεί την αντίστοιχον του θέρους, θέλουσα φαίνεται να επιβεβαιώσει τας φήμας περί μονίμου αλλαγής τους κλίματος , αλλέως και γλόμπαλ χίτιν (global hiting) ονομαζομένης.



Η τρικυμία εμαίνετο εις τον μεγάλον κόλπον, έμπροσθεν του εμπορικού λιμανίου δια το οποίο η, εκ της εξωτικής Κίνας ορμωμένη, εταιρία Χουζίσιον Πορτ Χόλδινκς Λίμιτεδ (Hutchison Port Holdings Limited) είχεν τελικώς αποσύρει το ενδιαφέρον περί της αγοράς του. Ώστε δεν επέπρωτο , δια την ώραν, να καταστεί δυνατή η μεταβίβασης μιάς ακόμη εγχωρίου παραγωγικής πηγής εις χείρας άλλων πλην των γηγενών.
Αι πρόσφαται ταραχαί εις τας αγυάς και τας οδούς της πρωτευούσης και άλλων πόλεων είχαν, προσωρινώς, διακοπεί. Οι αγυόπαιδες, οι φέροντες κουκούλας και μανδήλια περί τα πρόσωπά τους όπως μη αναγνωρισθώσιν εκ της χωροφυλακής και των πολυαρίθμων Κόδακ άτινες επισκοπούν νυχθημερόν τους δημοσίους χώρους, απεσύρθησαν είς τα σκοτεινά άντρα τους, παραχωρώντας ίσως την θέσην τους εις τους γνησίους Καλικαντζάρους και τα άλλα παγανά των ημερών.


Η μνήμη ατυχούς τινός νεανίου, φονευθέντος κατά την εορτήν του Αγίου Νικολάου παρά αστυνομικού οργάνου διότι δεν ετύγχανεν "καλός μαθητής", είχεν οπωσούν ξεθωριάσει, συγκρινομένη με το μείζον ζήτημα της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων κατά την ημέραν της Κυριακής αργίας καθώς και του επερχόμενου ανασχηματισμού της Κυβερνήσεως.

Ποτέ άλλοτε το σπίτι της δασκαλίσσης Γ. δεν ήτον τόσο λαμπρό, όσο εκείνα τα Χριστούγεννα του έτους 200... . Αι απαστράπτουσες ύαλοι, οι τάπητες , τα παραπετάσματα, ο στολισμός των ημερών,

ως και το κατάφορτον Δένδρον ( άλλοι νεωτερισμοί και αυτοί, προ πολλού εισαχθέντες από την Εσπερίαν), οι σχεδιασμοί εορταστικών γευμάτων, όλα συνέτεινον εις την δημιουργίαν κλίματος θαλπωρής και ασφαλείας δια τους οικείους της .



Το ενδεκαετές θυγάτριον εφόρει καινουργές ολόμαλλον πλεκτόν κολλόβιον, χρώματος πρασίνου ως το Δένδρον και σχήματος αναλόγου, προϊόν ακαμάτου εργασίας της φιλοστόργου μητρός.


Ολίγον έξωθεν της πόλεως της Θ., μεσούσης της διαδρομής της αγούσης εις τα μεγάλα εμπορικά κέντρα, εν εκ των μεγαλυτέρων εργοστασίων της περιοχής ήδη από του θέρους περιεβάλλετο υπό σημαιών χρώματος μελανού.
Εις εν παράπηγμα, προχείρως κατασκευασθέν έμπροσθεν τούτου εκ σανιδών, εργάται της επιχειρήσεως διεμαρτύρωντο επί μήνας δια την απόλυσήν των. Οι εποχούμενοι, άτινες διέρχοντο νύκτωρες προς εφαρμογήν της λεγομένης "θεραπείας δια των οψωνίων" ( Σόπιν Θέραπι, άλλως shoping therapy) εις τα όμορα θεραπευτήρια, μάλλον δεν επρολάβαινον να αποτίσουν έστω και την στοιχειώδη προσοχήν είς την ύπαρξην της καλύβης και των εντός της παραμενόντων εργατών.

Εν τω μεταξύ, εις μέρος μακρινόν, εις τους θεοβαδίστους Αγίους Τόπους, σκληραί μάχαι εμαίνοντο κατά τας ημέρας αυτάς. Η πολυετής διαμάχη δια την κατοχήν των εδαφών μεταξύ Αράβων και Εβραίων εκλιμακούτο, χωρίς δυστυχώς να γνωρίζει την κορύφωσήν της. Ολοέν και νέες συστοιχίες αγγέλων, φερόντων το πράσινον ένδυμα των μαρτύρων της πίστεώς των, επλήθαινον τας τάξεις τών, υπό του απεχθούς Ηρώδου, αρχικώς αναιρεθέντων.


Ο άγγελος του Κυρίου, ο επιφορτισθείς όπως διανείμει τα πτερόεντα δώρα του ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, εδίπλωσε και εφέτος τας φτερούγας του και, απελπισθείς, απεχώρησεν εις τα ουράνια δώματα.

Καληνύχτα, κυρ-Αλέξανδρε.

Stealing the ways of the greatest Greek prose writer Alexandros Papadiamantis ( corresponding to Ch. Dickens when it comes to Christmas writing) I'm trying to show the contrast between my safe (?) and tidy world and the opposite. Knitting is a part of my universe although real universe has serious problems.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Πάνω σ' ένα ένα ξένο τίτλο

Πόλη φαντασμάτων.
Σήμερα. Δυο φορές μέσα στην ίδια μέρα, δυο τελείως διαφορετικοί και άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι μου μιλούν για την κατεδάφιση του Πύργου .
Ο πρώτος, συνάδελφος, θυμάται την παλιά ιστορία της κατεδάφισης του παραλιακού τείχους που άφησε όρθιο τον "Λευκό Πύργο" γιατί απλούστατα παραήταν δαπανηρό το γκρέμισμα. Ο δεύτερος, τελειόφοιτος αρχιτέκτονας, θέλει να τα σαρώσουμε όλα, όλα τα παλιά. Σύμβολα και ξεσύμβολα.Ίσως πιστεύει ότι η αισθητική είναι μια ηθική.
Έγινε και το χατήρι των απανταχού πιστών της Σαλονικιώτικης μυθολογίας. Βρέχει συνεχώς, ψιλά και επίμονα. Ο ουρανός κατέβηκε ίσαμε την άσφαλτο και τα λερά πεζοδρόμια. Χειμώνας και καταχνιά.
Βροχή και στα σοκάκια, πίσω από την Παναγούδα. Τα γενέθλια της μάνας μου. Εκεί γεννήθηκε, το σπίτι εβραίικο. Τα κάγκελα στο σιδερένιο κεφαλάρι του κρεβατιού στραβωμένα πάνω τις ωδίνες. Πριν ογδόντα χρόνια. Η μάνα της κάτι καταλάβαινε όταν τη γένναγε.
Ο σαλός. Τραγουδά δυνατά ένα παλιό τραγούδι και βαδίζει με μεγάλα σταθερά βήματα. Έχει γένια. Φορά σακάκι και τζιν με ξέφτια στα ρεβέρ. Περπατώ πίσω του, κατηφορίζοντας ανάμεσα στις λαμαρίνες του μετρό. Γυρνά και με κοιτά στα μάτια, καθώς στρίβω τη γωνία της Εγνατίας.
- Μου το έλεγε ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρός, εξηγεί.
Δεν τον έχω ρωτήσει. Δεν του απαντώ. Δεν τον ενδιαφέρει. Φεύγει.
[...] Ο μοναχός Αρσένιος [...] κλέβει χρήματα από τη δωρεά σου προς το Ναό της Αγίας Σοφίας, βοηθάει τον ιερορράπτη και τη γυναίκα του να κλέψουν από τα υφάσματα για τα άμφια του Ναού, αγοράζει για λογαριασμό του μετάξι κλεμμένο από το κράτος και , το χειρότερο, οικειοποιείται με σειρά πλαστογραφημένων πράξεων εκτάσεις σχεδόν τριάντα χιλιάδων στεμμάτων από τις περιουσίες του αδελφού Ζαχαρία, της Ζωής Φιλοματινής και τη δική σου. Φαίνεται ότι πρόκειται για έναν αδίστακτο απατεώνα.[...]*


Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων**.


* Αγαπητός, Π., Ο χάλκινος οφθαλμός, Άγρα,2003
** Μαζάουερ,Μ., Θεσσαλονονίκη πόλη των φαντασμάτων,Αλεξάνδρεια,2006

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Οι Γερμανοί ξανάρχονται

`

Πριν καμιά εικοσαριά χρόνια που ήρθαμε και κατοικήσαμε στο σπίτι μας, η γειτονιά αποτελούσε τις εσχατιές της πόλης. Ένα απομονωμένο "νησί" , με χωράφια γύρω γύρω που τη χώριζαν από την υπόλοιπη Καλαμαριά.
Στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας υπήρχε ένα τέτοιο τεράστιο χωράφι, άσπαρτο και ακαλλιέργητο. Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε δυο φορές την ημέρα, κανονικά, με τον τσομπάνο και το σκύλο. Συχνά πυκνά τα παιδιά από τον Ιππικό σύλλογο έβγαζαν τα άλογα χαλαρό περίπατο και μετά έβλεπες τα σημάδια από τα πέταλα στο χώμα.Τα γειτονόπουλα είχαν βεβαίως και το απαραίτητο αυτοσχέδιο γήπεδο, κλασικό αλανιάρικο, με τα νοητά γκολ ποστ και τη φωνή της μάνας από το μπαλκόνι. Μερικά δέντρα που φύτρωσαν μόνα τους,μπάζα, μονοπάτια ανάμεσα στα χορτάρια, κάμποσα σκουπίδια,φίδια και αρουραίοι, όχι δεν ήταν ένα ειδυλλιακό τοπίο. Ωστόσο ήταν ένα κομμάτι γης όπου έβλεπες τη φύση να κάνει τη δουλειά της, ήσυχα και σιωπηλά. Ζούσες τη διαδοχή του χρόνου, τη συνήθιζες, την περίμενες, την αγαπούσες. Την άνοιξη όλες οι ασχήμιες σκεπάζονταν από μια ευφρόσυνη πρασινάδα που μετά γινόταν κατακόκκινη και αισχυντηλή. Λίγο πιο κάτω, μέσα από πεύκα εκατόχρονα, ακούγαμε τα καλοκαιρινά βράδια αηδόνια. Ναι.
Όλα τα σπίτια του δρόμου "αυλίζονταν" στο χωράφι, κι ας μην είχαν έξοδο σ' αυτό. Σήμερα θα λέγαμε ότι το χωράφι ήταν ένα state of mind, μια συμβολική απεικόνιση ενός παραδείσου ουδέποτε αποκτηθέντος. Ο γιος μου, μικρούλης, το αποκαλούσε "το χωραφάκι μας" και εγώ προσπαθούσα να τον πείσω ότι δικό μας δεν ήταν. Ο αστικός μύθος της περιοχής έλεγε ότι αρχικός νοικοκύρης του μέρους ήταν ένας μπαρμπούλης αλογάς, τζαμπάζης δηλαδή, που φρόντισε προτού συχωρεθεί να μοιράσει το χωράφι που στάβλιζε τα αλογομούλαρά του σε πολλά μικρά μερτικά, θηλυκού γένους.Αυτή ήταν και η ενδόμυχη ελπίδα μου. Νοερά ευγνωμονούσα τη θρυλούμενη γαλαντομία του ζωέμπορα που φαινόταν να αναβάλλει ολοένα και συνεχώς την οικοδόμηση του χωραφιού.
Στο μεταξύ τα παιδιά μεγάλωναν, άλλα έπαιρναν τη θέση τους στο χωμάτινο γήπεδο, όπως επίσης τα σκουπίδια και τα μπάζα. Το κοπάδι κάποτε χάθηκε, ο Ιππικός μεταφέρθηκε, σώπασαν και τα αηδόνια. Πάει και η θάλασσα που φαίνονταν, πάνε και τα ολόφωτα καράβια που γλιστρούσαν τα βράδια στις ταράτσες των μπροστινών σπιτιών. Η Καλαμαριά μεγάλωνε κι αυτή, με την κακοήθεια ενός μελανώματος.
Μετρούσα τις εποχές. Ακόμη μια άνοιξη και το χωράφι στη θέση του. Να και φέτος, η μεγάλη, χαμηλή συκιά θα δέσει σύκα. Του χρόνου;
Πριν δυο χρόνια περίπου ήρθε και το "του χρόνου". Τουλάχιστον είχε τελειώσει η αναμονή .
Οι φαγάνες ανέλαβαν να μας δείξουν τα σπλάχνα της γης που βλέπαμε τόσα χρόνια. Από άκρη σε άκρη, σπιθαμή δεν έμεινε. Με κρυφή ελπίδα περίμενα να δω μήπως τίποτε προϊστορικοί Καλαμαριώτες είχαν προνοήσει να στήσουν και προς τα εδώ τα τσαρδάκια τους, αλλά μπα. Τελικώς μόνο επί των Εμβόλων, που λέει και ο Πετεφρής. Σε μας πενταόροφες με κούφια σωθικά, να στεγάσουμε και τα τριπλά αυτοκίνητα της κάθε φαμελιάς.
To make a long story sort, η ταμπέλα του εργολάβου έλεγε "Τζαμπάζης". Fair enough, σκέφτηκα. Από μουλαρά σε μουλαρά. Και μετά ήρθαν οι Γερμανοί.
- Τα μάθατε; Ένα πράγμα σαν το LIDL θα ανοίξει στο καινούριο.
Και άνοιξε. Σήμερα.
Μετά από εξαντλητική δουλειά μηνών όπου, αν δε σε ένοιαζε η μνημειώδης αδιαφορία της πολυεθνικής για την τεράστια όχληση που προκάλεσαν οι εγκαταστάσεις της στη γειτονιά, θα μπορούσες να σπουδάσεις, χαζεύοντας, τη γερμανική μεθοδικότητα και την τελειομανία.
Μετά τις διαμαρτυρίες μας για τα τεράστια μπουριά που εξαερίζουν το υπόγειο πάρκινγκ και την απορία πώς επέτρεψαν τη λειτουργία τέτοιου μέρους σε κατοικημένη περιοχή.
Μετά από μήνες εκπαίδευσης του προσωπικού που διαλέχτηκε με βάση, ανάμεσα σε άλλα, την ικανότητα της εργασίας σε ομάδα. Τους έβλεπα με τις στολές τους κάθε πρωί να καθαρίζουν τα καθαρά και να παριστάνουν τους πελάτες στα ταμεία. Τα στελεχά, αντιθέτως, όλοι ίδιοι, θύμιζαν Matrix. Μια κοψιά. Νέοι, ωραίοι, ψηλοί και λυγεροί με σκούρα κοστούμια. Τι διάλο, η Zerox τους γεννάει αυτούς; Άραγε για ποιον δουλεύουμε όταν στο σχολείο βάζουμε τα παιδιά στην ομαδοσυνεργατική...
Λοιπόν, habemus ALDI.

Σήμερα, οχτώ παρά δέκα το πρωί. Το καινούριο μαγαζί θα ανοίξει σε δέκα λεπτά. Οι άνθρωποι που βλέπετε περιμένουν έξω από τις κλειστές τζαμαρίες. Μερικοί "ζεσταίνουν τις μηχανές" στα καροτσάκια.
Μέχρι το βράδυ μια τεράστια παρέλαση είχε περάσει από τον καινούριο ναό παρηγοριάς της περιοχής μας. Νέοι, γέροι,χαρούμενες οικογένειες, πεζοί και εποχούμενοι, οι πάντες. Οι σεκιουριτάδες τραβούσαν τα μαλλιά τους και τους έστελναν κύματα- κύματα μέσα. Όσοι τελείωναν το σεβαστικό προσκύνημα στη γερμανική σαβούρα έβγαιναν με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που δε μύριζε τίποτε, μια σακούλα πολλών χρήσεων με μαγνητάκι ψυγείου και κατευθύνονταν στη λευκή τέντα του πάρκινγκ για το απαραίτητο ντερλίκι. Εκεί στρώνονταν στα πεζούλια, που μέχρι χτες βάφανε ευτυχισμένοι Αλβανοί, με το πλαστικό πιάτο στα γόνατα και τσιμπούσαν εν μέσω εξατμίσεων και λιακάδας.
Κι η αφεντιά μου; Βλέπετε, μέσα στις εμμονές μου βρίσκεται και η πεποίθηση ότι οι καθημερινές μας πράξεις περιέχουν πολιτική. Έμεινα λοιπόν να αναρωτιέμαι τι έκανε όλους αυτούς τους ανθρώπους να αποκτήσουν τόσο ομοιόμορφη και προβλέψιμη συμπεριφορά. Ποιον τρόμο προσπάθησαν να διαχειριστούν; Ποια προσδοκία τους έφερε σωρηδόν και πειθαρχημένους στα ράφια με τα "μάρκα μ' έκαψες " καλούδια;
Όταν ήμουν μικρή και έβλεπα το Λογοθετίδη να φωνάζει το σκύλο τους "Φλοξ", "Φλοξάκι" νόμιζα ότι ήτανε ξένη λέξη. Μετά έμαθα ότι είναι η φλοξ, της φλογός και ότι κάποτε οι Έλληνες πεινάσανε πολύ και η Φλοξ κινδύνεψε να φαγωθεί.
Σήμερα δεν ξέρω τι αληθινά είναι η φτώχεια. Μια άρνηση ή μια κατάφαση; Και δε ζει και ο Λογοθετίδης, να ξυπνήσει από το όνειρο, να σιγουρευτούμε ότι δε φάγαμε τη Φλόγα, το Φλοξάκι.





Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Ο φράχτης


Το τραπέζιο που βλέπετε στο κέντρο της φωτογραφίας είναι μια έκταση γύρω στα είκοσι επτά στρέμματα, κάπου στην Καλαμαριά.
Μέχρι πέρσι υπήρχαν εκεί, άχρηστες από χρόνια, μεγάλες αποθήκες καπνών. "Εθνικός Οργανισμός Καπνού". Αλλά εμείς ξέραμε ότι πια οργανισμός τέτοιος δεν υπήρχε και οι αποθήκες ανήκαν στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου. Ένας κόσμος από εγκαταλειμμένες λαμαρίνες και αγριόχορτα, τριγυρισμένος από παλιά, πανύψηλα πεύκα, μισοάρρωστα και πυκνά. Τριγύρω σπίτια. Εργατικές κατοικίες , πολυκατοικίες και μεζονέτες ολούρμου. Ακριβώς δεξιά οι τρεις κόκκινες κεραμοσκεπές και οι τρεις τσιμεντένιες σε διάταξη "γάμα" είναι σχολεία. Από τις αποθήκες χωρίζονται με ένα συρμάτινο φράχτη.
Μετά ήρθε η φωτιά.

Μέρα μεσημέρι, το Μάη του 07. Έκαψε αυτό που ήταν να κάψει με μαθηματική ακρίβεια και μαζί τις άκρες από τις τέντες των όμορων σπιτιών. Μικρό το κακό. Η γειτονιά μαζεύτηκε για το θέαμα και ο δήμαρχος εδήλωσε ότι το οικόπεδο θα χτιστεί μόνο άμα περάσουν πάνω από το πτώμα του. Και πάντως, επειδή ο δήμαρχος είναι καλά - ο άνθρωπος - μάθαμε ότι τουλάχιστον το μελλοντικό μετρό της ζωής μας θα περάσει ακριβώς εμπρός από το οικόπεδο τραβώντας κατά τη μεριά του αεροδρομίου. Κόμβος το χωριό μας.

Μπήκε ο χειμώνας, τελείωσε και ήρθε η άνοιξη. Μαζί της εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες που σάρωσαν τάκα τάκα μπάζα, λαμαρίνες, αποκαΐδια, ψοφίμια και τα ρέστα.
-Μπρε! χαρήκαμε. Τι γρήγορα που θα καθαρίσουν ! Φαίνεται επειδή είναι δίπλα στα σχολεία.
Μετά ήρθαν οι ταμπέλες. Να κάτι ταμπέλες, σούγκανταρ, που λέει και η πεθερά μου άμα θέλει να δείξει πόσο μεγάλο είναι κάτι. Τις έστησε ο δήμος που διακήρυττε urbi et orbi ότι η ελεύθερη έκταση πρέπει να δοθεί στους δημότες Καλαμαριάς. Τότε αρχίσαμε να ξυνόμαστε. Δηλαδή, κινδυνεύει; Από ποιους;
Χτες το πρωί, διέσχιζα την προσωπική μου Προβηγκία - αλάνες που έχουν πρασινίσει πάλι από τις βροχές, μια χούφτα κίτρινοι κρόκοι , είκοσι ρίζες ελιές κλεισμένες σε ένα απίθανο μπρικαμπράκ περιβόλι και μαδημένα τσιμέντα στα ρείθρα του δρόμου. Μπροστά από τα πρωην καμένα και νυν ισοπεδωμένα να σου το link της τηλεόρασης σε γερανό και από κάτω ο δήμαρχος και η ρεπόρτερ έτοιμη. Νέα πανό:
ΟΙ ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΤΕΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ. Τόμπολα.
Το ίδιο απόγευμα, στο ίδιο σημείο, ηρωική ατμόσφαιρα. Εξέδρα ομιλητών, κι άλλα πανώ, κινήσεις πολιτών, Ξυλούρης στη διαπασών . Καμπόσοι γέροι που αφήσαν το ΚΑΠΗ, λίγοι περίοικοι, ο Δήμος, δυο τρεις βουλευτές, παιδιά, σκυλιά, μαρκουλίνοι (που θα έλεγε και ο Διονύσης ο Ρώμας). Και για να κάνουμε μια ήδη μακριά ιστορία σύντομη:
Στις 27 Μαρτίου 2008 , λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη φωτιά, η έκταση των Καπναποθηκών της Καλαμαριάς ανταλλάχθηκε από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου με το γάργαρο νεράκι της Βιστονίδας. Τα συμβόλαια τα έφτιαξε η γνωστή κυρία Πελέκη-Βουλγαράκη. Πληροφορίες θέλουν να έχει ήδη πουληθεί η έκταση σε ξένη εταιρεία.
Δίπλα ακριβώς υπάρχουν δυο σχολεία. Το ένα είναι το δικό μου. Άσχημο, αφιλόξενο, βρώμικο, παρατημένο. Η ζωή σε αυτό καταναγκασμός για μικρούς και μεγάλους.
Ένας συρμάτινος φράχτης μας χωρίζει από το οικόπεδο. Ένας ολόκληρος κόσμος μας χωρίζει από τον κύριο Βουλγαράκη και τη συμβία του που φωτογραφίζονται τη μια δίπλα στο απαστράπτον τιμόνι της θαλαμηγού τους και την άλλη στα μάρμαρα του Ηρώδειου.
Τα παιδιά του σχολείου μου δεν έχουν και πολλές ελπίδες να ταξιδέψουν με θαλαμηγό, ίσως γιατί οι γονείς τους δεν ξέρουν να τα φροντίσουν όπως φροντίζει το ζεύγος Βουλγαράκη για τα δικά του. Επίσης και από Ηρώδειο δε σκαμπάζουν ιδιαιτέρως, μεγαλώνουν με "Αγαπημένους μου γείτονες" και " Εισοδηματία". Αργότερα θα γίνουν προσεκτικοί καταναλωτές σερβιετών και στεγαστικών δανείων. Εξάλλου τα Μαθηματικά που τους διδάσκω μέχρι εκεί μπορούν να τα φτάσουν.
Τα παιδιά μου. Δεν μπορούν να έχουν καθαρές, καινούριες τουαλέτες. Δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στη νησίδα των υπολογιστών. Δεν μπορούν έχουν βιβλιοθήκη στο σχολειό τους. Παιχνίδια στην αυλή τους. Δεν έχουν το δικαίωμα να μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον πολιτισμένο, αξιοπρεπές, καλαίσθητο και τόσο πνευματικό όσο είναι ο προθάλαμος- και μόνο- της μονής Βατοπεδίου. Δίπλα τους όμως, αν περάσουν τα χεράκια τους από τις τρύπες του φράχτη μπορούν να τα αγγίξουν, χορεύουν δισεκατομμύρια.
Σε λίγες μέρες θα παρελάσουν υπό τα όμματα ευτυχισμένων γονιών και θα τραγουδήσουν τη Βέμπο να φοράει ξανά στο Ντούτσε τη στολή του.Οι δάσκαλοι θα εκφωνήσουμε και πανηγυρικούς. Όλοι ευχαριστημένοι. Εφραίμ rules. Καληνύχτα σας.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Εντροπία

`
Σήμερα το πρωί κηδεύτηκε από το Γρηγόρη τον Παλαμά η Αλίκη Τέλλογλου.
Τη γνώριζα όπως τη γνώριζαν οι Σαλονικιοί, χάρη στο ίχνος που άφησε στην πόλη. Θρυλική για την αντισυμβατικότητα και τη γενναιοδωρία της γυναίκα, κάποτε εκπάγλου καλλονής.


Αλίκη Τέλλογλου. Λάβδας Απόστολος, υδατογραφία σε χαρτί με μολύβι, 1969

Όταν την έβλεπα στο καφέ του Τελλόγλειου, κάτι χειμωνιάτικες Κυριακές που περίμενα τα παιδιά να τελειώσουν από το μάθημα στο Ίδρυμα, όλο και ήθελα να της μιλήσω. Να την ευχαριστήσω για την ευκαιρία που έδινε στα δικά μου και στα τόσα άλλα να δουν, να πιάσουν, να ζήσουν, να σκαρώσουν Τέχνη από κοντά, στα πιο απαλά τους χρόνια. Και ήταν ξετρελλαμένα τα δυό μου από τα εκείνα τα πρωινά της Κυριακής. Κατασκευές, ζωγραφική, δράμα, ρυθμός και βόλτες. Ατελείωτες βόλτες μέσα στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, ανάμεσα σε τρανές εκθέσεις.Πίνακες, χαρακτικά, ενδυμασίες, νομίσματα, γλυπτά, φωτογραφίες. Γίνηκαν για τα μικρά μου τόσο οικεία όσο και τα παιχνίδια του σπιτιού μας. Και στο τέλος του μαθήματος μια ζεστή, γλυκιά σοκολάτα στο καφέ και η κυρία Αλίκη σε διπλανό τραπεζάκι. Κατάξανθη ,σφιχτή, μακριά κοτσίδα, παράταιρο ντύσιμο και πανάκριβα μπιζού στα γέρικα χέρια. Αδιάφορη για το life style, χορτάτα λαμπερά μάτια.Τριγυρισμένη από νέους. Δεν τόλμησα ποτέ μου. Ηλίθια δειλία.
Είχα ακούσει ιστορίες για κείνη, ειπωμένες από αληθινούς Σαλονικιούς, τον πατέρα μου, τον παιδίατρό μας το Μάνιο, που τη γνώριζαν. Για την ομορφιά της, την ιδιορρυθμία της, τα πλούτη και τη λατρεία που της είχε αφιερώσει ο άντρας της.
Κάποτε την είχα παρακολουθήσει σε μια συνέντευξη όπου, καθισμένη στον καναπέ της, ιστορούσε γελώντας πώς έκρυβε ανάμεσα στα μαξιλάρια κομμάτια της συλλογής Τέλλογλου την περίοδο των σεισμών στη Θεσσαλονίκη. Και ήξερα πού ακριβώς βρίσκονταν αυτός ο καναπές. Στο πιο εμβληματικό σημείο της πόλης, στο ρετιρέ πάνω από το Ολύμπιον, στην καρδιά της Αριστοτέλους.
Εκεί που μας πήγαιναν οι γονείς μικρά, κάποια άλλα, μακρινά Κυριακάτικα πρωινά, να δούμε το παιδικό θέατρο της Μαίρης Σωίδου στη σκηνή του Ολύμπιον, με την οροφή που άνοιγε στα διαλείμματα και φαίνονταν ένα τετράγωνο γαλάζιου ουρανού.
Εκεί που λοξοκοιτούσα καμιά φορά, κατηφορίζοντας βιαστική και καμάρωνα το τεράστιο παράθυρο με την αρχοντική καμάρα. Εκεί, στο σπίτι της, αξιώθηκε να πεθάνει προχτές, με την πόλη αυτή στα πόδια της. Τέλος εποχής.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Στα μαύρα τα πανιά ή δυστυχώς επτωχεύσαμεν

Πριν λίγες μέρες, στο τέλος του Μάρτη, οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ της Θεσσαλονίκης προχώρησαν σε μια κίνηση διαμαρτυρίας για την πώληση του οργανισμού κρεμώντας στην πρόσοψη του κτιρίου επί της Καρόλου Ντηλ τεράστια μαύρα κρέπια. Οργάνωσαν και εκδηλώσεις, έπαιξαν και μουσική και μετά έφυγαν.
Τώρα κάτι διμοιρίες ΜΑΤ παραμένουν έξω από το κτίριο και οι ΜΑΤατζηδες ( εμείς εδώ τον τόνο τον βάζουμε στο ΜΑΤ, ήγουν μάτατζηδες) ρουφούν το φραπεδάκι τους στα όρθια, έξω από το 15ο Λύκειο . Τι φυλάνε ; Τα κρέπια. Τα μαύρα τα πανιά. Έτσι κι αλλιώς "είμαστε στα μαύρα τα πανιά", όπως έλεγε η Βασιλική κάποτε , όταν ήθελε να κοροϊδέψει την απόγνωση και την απελπισία της . Περίπου σαν ορισμένους προπολεμικούς Εβραίους της Σαλονίκης που σκάρωναν τις περίφημες εικονικές πτωχεύσεις στα Λαδάδικα. Να πώς γινόταν αυτό:
Μη βλέπετε τώρα τα Λαδάδικα. Έχουν καταντήσει τουριστικό σκηνικό, σαν την Πλάκα, για αφελείς Αχηναίους ( εκ του "τι είναι μαύρο και γεμίζει τις παραλίες της Μυκόνου;") που καταφτάνουν για διάφορα φεστιβάλ και μπιενάλες και ψοφάνε για έρωτες και φαγιά και ό,τι τέλος πάντων έχουν στήσει στο φαντασιακό τους για τη Θεσσαλονίκη .
Σαν ήμουν μικρότερη ζητούσα από μπαρμπάδες και πατέρα να βγάλω βόλτα τις κυνηγάρες σκύλες που φύλαγαν στο μαγαζί, τέρμα Προξένου Κορομηλά. Ξεστράτιζα καμπόσο και έφτανα στα Λαδάδικα. Τα μπορντέλα που έβλεπα εκεί, εντελώς ευυπόληπτα, δεν πουλούσαν κανενός είδους παραμύθι.




Πριν το δεύτερο πόλεμο, κι ακόμη και λίγο μετά από αυτόν η περιοχή έσφυζε από οικονομική δραστηριότητα μια και εκεί γίνονταν το χοντρεμπόριο πολλών αγαθών και βεβαίως του λαδιού. Αρχαία η οικονομική φατσάδα της γειτονιάς, χτισμένη και οχυρωμένη παρακαλώ από τους Φράγκους ,δίπλα στο λιμάνι. Σιγά σιγά Εβραίοι έμποροι κατάφεραν να παρεισφρήσουν στο χοντρεμπόριο αφού , μέχρι την πυρκαγιά του '17 τουλάχιστον, ήταν οι ισχυρότεροι οικονομικοί παράγοντες της πόλης.
Όταν όμως η εβραϊκή επιχείρηση βρίσκονταν σε στενότητα ρευστού εφάρμοζαν το κόλπο της εικονικής πτώχευσης ,που δεν είχε σκοπό να εξαπατήσει κάποιον, μια και έμοιαζε πιο πολύ με παράσταση Comedia del' Arte παρά με δόλια μεθόδευση. Εξάλλου ήταν σε όλους τους συμμετέχοντες γνωστό το"τελετουργικό" και η κατάληξη, συμφωνημένη από τον άγραφο νόμο της εμπορικής επιβίωσης.
Στην είσοδο της επιχείρησης κρεμούσαν μαύρα κρέπια. Η επικείμενη χρεωκοπία ανακοινώνονταν στους ενδιαφερόμενους, όσους δηλαδή είχαν νταραβέρια με τη φίρμα και αυτοί κατέφθαναν στο μαγαζί σοβαροί και κρατώντας επιμελώς τα προσχήματα. Ο υπό πτώχευση πάντα νοικοκύρης τους τοποθετούσε σε κύκλια διάταξη κηδείας και κερνούσε καφέ και κονιάκ, όχι από τον καφετζή, για να φανεί πως προσέχει τα έξοδα... Κατόπιν εξηγούσε τις δυσκολίες της επιχείρησης και ανακοίνωνε ότι θα αναγκαζόταν να το κλείσει το ρημάδι μια και δεν μπορούσε πια να απαντήσει στα έξοδα. Οι παρευρισκόμενοι έπεφταν σε κατήφεια και περίσκεψη. Τότε ένας μιλημένος πεταγόταν και έλεγε στο ισπανικό ιδίωμα της Σαλονίκης:
"Αντιό! Δεν πρέπει να το αφήσουμε έτσι! Να τι υποστηρίξουμε! Αδελφό μας είναι! Νο σεκαϊό α μπάσσο! Εγώ θα πηγαίνω να βάζω κάτι από το υστέρημά μου να αυξήσω το κεφάλαιο, να μη χρεωκοπήσει!". "Αντιό, κι εγώ να βάζω κάτι" έλεγε ένας άλλος από το θίασο και έτσι μαζεύονταν το ποσό που έπρεπε για να σωθεί το "σπίτι". Όσο για τους Χριστιανούς γείτονες, που παρακολουθούσαν με θυμηδία τα τεκταινόμενα, όταν πια τελείωνε η σεμνή τελετή πετούσαν άκακα πειράγματα στους Εβραίους με τον τρόπο που πρόφτασα ν' ακούσω από τον πατέρα:
"Άντιό, Σαδίκο! Να πηγαίνω να ενισχύω κι εγώ το επιχείρηση!"
Κάθε σύγκριση με τα σημερινά νομίζω παρέλκει. Ποιος κοροϊδεύει ποιον, ποιος χάνει, ποιος κερδίζει. Ποιος μηνύει και ποιος φοβερίζει. Μόνο τα μαύρα τα πανιά διατηρούν κάπως τη σημειολογία τους. Ίσως όχι για πολύ. Στο τέλος θα παρακαλάμε να μας αγοράσουν , όσο μπορούμε ακόμη να πιάσουμε καλούτσικη τιμή στην αγορά. Και τότε θα σημαίνουν απλώς ότι τα καταφέραμε.

( η σκηνογραφία της προπολεμικής επιχειρηματικής φάρσας βρίσκεται αυτούσια στο παράξενο ,μα όχι ολότελα αυθαίρετο, βιβλίο του Μ. Χαραλάμπους Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αρχέτυπο)

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

Incantadas



Στα 1492, 31 Μαρτίου , ο βασιλιάς της Ισπανίας Φερδινάνδος και η βασίλισσα Ισαβέλλα υπέγραψαν το διάταγμα που εξόριζε τους Εβραίους κατοίκους της Ιβηρικής χερσονήσου, κατά μίμηση των Εγγλέζων που εγκαινίασαν αυτήν την πρακτική στα 1290. Το μεγάλο κύμα εκπατρισμών Εβραίων που ακολούθησε στη δυτική Ευρώπη, είχε σαν αποτέλεσμα να αδειάσουν οι περιοχές της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Ναβάρας, της Νάπολης και της Προβηγκίας που ήταν μέχρι τότε οι τόποι διαμονής τους. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί κατευθύνθηκαν στην Οθωμανική επικράτεια , που τους δέχτηκε και τους εγκατέστησε στα εδάφη της. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα μόνο επεισόδιο της σύγκρουσης του καθολικισμού με το Ισλάμ, η οποία κορυφώθηκε το 16ο αι. , και μάλιστα διέθετε και χαρακτηριστικά παγκόσμιας σύρραξης.
Το μεγαλύτερο τμήμα αυτών των "περιπλανώμενων Ιουδαίων" έφτασε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου προυπήρχε εβραϊκή κοινότητα μαρτυρημένη τουλάχιστον από τα χρόνια των Αποστόλων. Στα 1520 ήδη ο μισός πληθυσμός της πόλης ήταν Σεφαραδίτικος (ονομάστηκαν από την Sepharadh, περιοχή της Ισπανίας όπου ήταν εγκατεστημένοι πριν το διωγμό) , ενώ οι Χριστιανοί λιγότεροι από το ένα τέταρτο. Αυτό μοιάζει να είναι και το σημείο όπου συνέβη η τομή με το βυζαντινό παρελθόν της πόλης, σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη που κατοικούνταν, παρά την άλωση, κυρίως από Χριστιανούς. Οι νεοφερμένοι αποτέλεσαν την παραγωγική ραχοκοκαλιά της Θεσσαλονίκης, η οποία άρχισε πάλι να ακμάζει. Στέριωσαν και πλούτισαν και έγιναν παράγοντες πολιτικής και πολιτισμού και παράδοσης. .  Κατάφεραν να κυριαρχίσουν  στις εμπορικές συναλλαγές αφήνοντας στους Μουσουλμάνους επικυρίαρχους, που δεν χαμπάριαζαν από πρώιμο καπιταλισμό, την πολυτέλεια να ασχολούνται με την κρατική μηχανή και να θεραπεύουν τη θρησκεία τους. Μαζί τους είχαν φέρει -όπως όλοι οι πρόσφυγες- θρησκεία και γλώσσα, τα καστιλλιάνικα. Οι συναγωγές , που καταστράφηκαν μόλις το 1917 στη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, είχαν τα ονόματα των τόπων προέλευσής : Ispanya, Cecilian, Lizbon, Otranto, Aragon,Katalan. Τα οικογενειακά ονόματα ( Ναβάρο, Κουένκα, Αλγκάβα) πρόδιδαν τους τόπους καταγωγής, όπως και τα φαγητά και τα παιχνίδια και τα τραγούδια.
 
 Οι εβραϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης ήταν πολλές και ασφυκτικά χτισμένες, καταλαμβάνοντας το κέντρο της πόλης από το παραλιακό τείχος μέχρι την βυζαντινή Μέση Οδό (σημερινή Εγνατία), με τους Μουσουλμάνους να κατοικούν στα "μπαΐρια" ( την Άνω Πόλη, ή Ακρόπολη ή Καφέ Κουλέ όπου οι συνθήκες υγιεινής ήταν σαφώς καλύτερες) και τους Χριστιανούς να "σπρώχνονται" προς τις ακρινές intra muros γειτονιές, τον Άγιο Μηνά και το Ιπποδρόμιο. Μια τέτοια εβραϊκή γειτονιά, η βορειότερη, ήταν η Rogos. Εκτείνονταν από την Παναγία Χαλκέων (Κόκκινη Εκκλησία) ώς την περιοχή των τούρκικων λουτρών "Ο Παράδεισος" και τη ρωμαϊκή "εξέδρα" για τους επίσημους της οποίας τα απομεινάρια βλέπουμε σήμερα εκεί μπροστά. Καταλάμβανε δηλαδή τη βόρεια όχθη της Εγνατίας μέχρι περίπου τα όρια του ρωμαϊκού forum που έτσι κι αλλιώς ήταν καταχωμένο από τα χρόνια του Θεοδόσιου του Β΄.



Στη συνοικία αυτή υπήρχε, ενσωματωμένο στο σπίτι του πλούσιου εβραίου υφασματέμπορου Λιάτσι Αρδίτη , ό,τι είχε απομείνει από τη "Στοά των Ειδώλων", το μνημείο δηλαδή που είχαν ανεγείρει οι Ρωμαίοι περίπου το 2ο αι. για να στολίσουν την νότια είσοδο στο forum , από τη μεριά δηλαδή της σημερινής Εγνατίας.
Η μνημειακή αυτή είσοδος αυτή αποτελούνταν από κιονοστοιχία με τέσσερις πεσσούς, διακοσμημένους αμφίπλευρα με ανάγλυφες ολόσωμες μυθολογικές μορφές, σε φυσικό μέγεθος. Μια νεανική μορφή Διονύσου, την Αριάδνη στεφανωμένη με φύλλα κληματαριάς, τη Λήδα σε αιώνιο σύμπλεγμα με τον κύκνο, τον Γανυμήδη σε  -αδιανόητο για τη Θεσσαλονίκη του Άνθιμου- σύμπλεγμα με τον αετό, την Αύρα με αέρινο χιτώνα, τη μορφή του Διόσκουρου και της Φρύνης, της Μαινάδας. Σύνολο δηλαδή που παρέπεμπε στη λατρεία του Διονύσου. Αυτές οι μορφές ήταν τα "Είδωλα" για τους Χριστιανούς. Για τους Σεφαραδίτες γείτονες πάλι ήταν οι "Incantadas", οι Μαγεμένες.
Το 1753 ο βρετανός ζωγράφος Stuart μαζί με τον αρχιτέκτονα Revett επισκέφθηκαν το σπίτι, όπου βρίσκονταν τα «είδωλα», με τη μεσολάβηση του βρετανού προξένου. Τη σκηνή αποθανάτισε ο Stuart σε χαρακτικό το οποίο έχει επιχρωματιστεί.
Τα ανάγλυφα αφαίρεσε ο παλαιογράφος Εμμανουήλ Μίλερ και τα μετέφερε στη Γαλλία το 1864. Είχε ακολουθήσει τη συνηθισμένη πρακτική της δωροδοκίας των Οθωμανικών αρχών για εξασφαλίσει τη σχετική άδεια.
Μέχρι και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 στην περιοχή δίπλα από τα Λουτρά Παράδεισος, στο ύψος της Εγνατίας, τα κατάλοιπα αυτής της κιονοστοιχίας βρίσκονταν στην αυλή ενός σπιτιού. Η τελευταία αυτόπτης μάρτυρας των "Μαγεμένων" , η Ζεντίλ Κοέν, ήταν ήδη ογδοντάχρονη στα 1939 όταν αφηγήθηκε στην εφημερίδα "Μακεδονία" το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας των Incantadas και την πώληση του σπιτιού σε έναν άλλο υφασματέμπορο, τον Μωύς Μπενβενίστε. Το σπίτι του πλούσιου εμπόρου και οι τελευταίες μνήμες από τις "Μαγεμένες" χάθηκαν στην πυρκαγιά του '17 μαζί με την φυσιογνωμία του ιστορικού κέντρου μιας πόλης που ιδρύθηκε ως ελληνική, έγινε ρωμαϊκή, βυζαντινή και οθωμανική. Για να καταλήξει στις αρχές του περασμένου αιώνα ως "νέα χώρα", τόπος άφιξης χωροφυλάκων από την παλιά Ελλάδα , χώρος υποδοχής προσφύγων από την Ανατολία και -τώρα στα κοντά- αρένα για μακεδονικά συλλαλητήρια. Στο ενδιάμεσο η εβραϊκή κοινότητα της πόλης εξοντώθηκε από τους Ναζί, οι περιουσίες των Εβραίων Σαλονικιών διαμοιράστηκαν από τους συμπολίτες τους και η μνήμη ξεριζώθηκε μαζί με το αχανές νεκροταφείο που χρησίμευσε ως campus του Αριστοτέλειου.

Σήμερα οι Μαγεμένες βρίσκονται στο μουσείο του Λούβρου, με τους αριθμούς 1391 -1401. Μερικοί τις ονομάζουν - κομμάτι συμπλεγματικά- "Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης".
Και για εμάς, τους σημερινούς Σαλονικιούς, τι απομένει από όλα αυτά ;  Μια ανάγκη που έρχεται ξανά και ξανά. Ας μετρήσω.
Το πατρικό σπίτι, διακόσια μέτρα από τη φευγάτη σκιά των Μαγεμένων. Ασπρόμαυρα  οικογενειακά ενσταντανέ  από τους πλανόδιους με τα τρίποδα του ΄60, μπροστά στην είσοδο των γυναικών για τα λουτρά. Το επάνω από την Εγνατία κομμάτι της πλατείας Αριστοτέλους που ήταν τότε η Rogos, πλατεία Σαχάρας για τον πατέρα , τώρα  Δικαστηρίων, σημείο για το  πρώτο εφηβικού ραντεβού. Τα αυγά "καμινάδας" που έβλεπα μικρό παιδί στην Αγορά Μοδιάνο και  η μοναδική Εβραία συμμαθήτρια στο 43ο Δημοτικό (σήμερα Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) που εξαιρούνταν από το μάθημα των θρησκευτικών, η στοά Χίρς και οι τελευταίες ταμπέλες στα Λαδάδικα, προτού γίνουν σκηνικό life style. Κι ακόμη, τα arodeadikos de merejena, κεφτεδάκια τυλιγμένα σε τηγανιτές μελιτζάνες κι όλα μαζί φουρνισμένα σε πικάντικη ντοματάδα. Φαγάκι καλοκαιρινό και ταυτόχρονα homage στο σεφαραδίτικο παρελθόν της πόλης.
Ελάχιστα σπαράγματα μνήμης από δεύτερο χέρι, οι διηγήσεις του πατέρα για τους Εβραίους της Σαλονίκης που ζούσαν  και εργάζονταν προπολεμικά δίπλα-δίπλα με τους Χριστιανούς. Λίγες νότες από το  ιδίωμά τους, τα Λαντίνο, με κωμική συμπάθεια στη φωνή , που ακούω ακόμη καθαρά:
-Αντιό, άντε και σύ! Πότε κι εσύ; όταν ο γείτονας Χριστιανός τους πληροφορούσε ότι  πέθανε κάποιος άλλος  Χριστιανός μαγαζάτορας.
Εικόνες προφορικής μνήμης από το κοπάδι των Εβραίων που διέσχιζε σιωπηλό και υποταγμένο την Εγνατία μέσα στην Κατοχή, ηλικιωμένες, σεβάσμιες  κυράδες με  μακριές γούνες και τις βαλίτσες στο χέρι, μωρά, οικογένειες... Ο πατέρας έλεγε ότι φώναζε και τραβούσε από το χέρι γνωστά του, συνομήλικα Εβραιόπουλα, να βγούν απ΄τη γραμμή, να σωθούν, κι αυτά δεν ήθελαν...
Και τέλος, από τα διαβάσματα, η χαμένη Madresica del Aqua, η Μανούλα του Νερού, στη θέση όπου χτίστηκε το Ολύμπιον της Αριστοτέλους και η  επίσης χαμένη μετά την πυρκαγιά, οδός Χαχάμ Ματαλών, η σημερινή Βασιλέως Ηρακλείου. Όπου το σχετικό τραγουδάκι:

La kalega de Matalon
la fago yo skalera.
Para suvir y abachar,
Kαrolina,
dare mi vida entera.

Την οδό του Ματαλών
θα την κάνω σκάλα.
Για να ανέβω και να κατέβω
Καρολίνα
δίνω και τη ζωή μου.
















Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Κεριά

`

Τι συμβαίνει όταν ξαφνικά, αλλά όχι απροειδοποίητα, το ρεύμα κόβεται;
Το σούρουπο παίρνει τη φυσική του θέση στα μάτια και τα αυτιά. Το σκοτάδι κουκουλώνει τη Νέα Παραλία καθώς τη διασχίζει το ταξί, μ' ένα τρόπο που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχουν τα πάρκα, τα αναψυκτήρια, τα μπάζα και τα μπλόκια και ότι η ακτογραμμή δεν έχει χάσει τον αυθεντικό κυματισμό της, αυτόν που βλέπουμε στις παλιές φωτογραφίες.
Σταματούν οι θόρυβοι με έναν τρόπο διαφορετικό, όπως περίπου γίνεται όταν χιονίζει ή όταν συμβαίνει μεγάλη έκλειψη. Και τότε συνειδητοποιείς τι και πώς και για ποιον λόγο λειτουργούσε. Το πλυντήριο, η τηλεόραση, ο υπολογιστής, ο ήχος του δρόμου, η ρουτίνα του σπιτιού το απόγευμα. Τα φώτα που λείπουν σα να αποκαλύπτουν με την απουσία τους κάμποσα από αυτά που, τώρα το καταλαβαίνεις, συσκότιζαν πριν.
Τ' αναμμένα κεριά που μάζεψαν την οικογένεια γύρω τους, τη βρήκαν κομμάτι αμήχανη. Η γειτονιά στα μπαλκόνια, τώρα μιλά. Να προλάβει κάτι να πει. Μέχρι την επόμενη διακοπή ή το επόμενο ξαφνικό, ποιος ζει ποιος πεθαίνει...
Το τηλέφωνο νεκρό. Μα, πως ζούσαν τότε; Και κυρίως τι έκαναν; Ποια ήταν η καθημερινή διαδοχή αναγκών - μάλλον άγνωστων σε εμάς- και σε τι πράξεις οδηγούσαν; Πώς ήταν τότε που το φως ρύθμιζε με φυσικό τρόπο τις ώρες και το περιεχόμενό τους; Αν χρόνος είναι η εμπειρία του τότε θα ήταν διαφορετική και η αντίληψη για το χρόνο.
Κι εμείς; Καρτεράμε πότε θα ξανάρθει το ρεύμα για να επιστρέψουμε σε αυτά που ξέρουμε, σε αυτά που έχουμε συνηθίσει ή που μας έχουν συνηθίσει. Μα τι, ζωή χωρίς Internet; Θα τρελαθούμε δηλαδή. Να μη μοιραστούμε τις σκέψεις ενός απογεύματος, που κιόλας τελείωσε, με τόσους άλλους "εκεί έξω"; Αλήθεια, ποιο είναι το μέσα και ποιο το έξω; Είμαστε σίγουροι γι αυτά, κάθε φορά που τα χρησιμοποιούμε;
Με αναπάντητο ακόμη και το αρχικό μου ερώτημα. Τι είναι ο άνω βυθός των πραγμάτων;

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Η αιωνιότητα της μέρας




(...)Είχε χιονίσει στην πόλη.Έξω από το λιμάνι, η ακίνητη θάλασσα είχε ένα χρώμα μολυβί, ίδιο με τα χαμηλά σύννεφα που κυλούσαν αργά πάνω από το βουνό κρύβοντας τον ορίζοντα στην άκρη του κόλπου.Σίγουρα θα ξαναχιόνιζε τη νύχτα, σκέφτηκε ο γέροντας.
"Μέχρι την ψυχή μου χύθηκαν τα ύδατα, με περικύκλωσε η έσχατη άβυσσος, το κεφάλι μου βυθίστηκε στις χαράδρες των ορέων" ψιθύρισε αυθόρμητα τους στίχους του ποντοπόρου προφήτη και έκανε το σταυρό του.Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο βάθος που ανοιγόταν μπροστά του.
(...)Έμποροι, ναυτικοί, νοικοκυραίοι και υπηρέτες στριμώχνονταν στα λασπωμένα σοκάκια γύρω από τον ναό του Αγίου Μηνά του Αιγυπτίου, χαμάληδες κουβαλούσαν σάκους και δέματα, αγωγιάτες έσερναν τα μουλάρια τους. (...)Ήταν Σάββατο, μόλις δυο ώρες πριν τον εσπερινό.
(...)Μόλις κατάλαβε ο άντρας ότι τον κοίταζαν έβγαλε ένα ουρλιαχτό και πετάχτηκε όρθιος. Τα σκυλιά γύρω του λούφαξαν. Πάνω από το αδύνατο κορμί του φορούσε μόνο ένα κοντό τσόχινο ράσο στερεωμένο με ένα σχοινί γύρω από τη μέση. Τα μακριά γκρίζα μαλλιά του και τα γένια του είχαν σκληρύνει από την απλυσιά. (Π. Αγαπητός, Ο χάλκινος οφθαλμός, Μια Βυζαντινή ιστορία μυστηρίου,Άγρα)

Λοιπόν, συναντιούνται οι ταινίες, τα βιβλία και η πραγματικότητα;Πώς γίνεται και ακουμπούν μεταξύ τους ιδεατές εικόνες σε ένα παιχνίδι συνειρμών και αλήθειας;
Οι άνθρωποι, αληθινοί και φανταστικοί, συνομιλούν με το παρόν και το παρελθόν.
Ο ήρωας του Αγγελόπουλου που κοιτάζει από το παράθυρο, μήπως είμαι εγώ; Όπως τότε, στο δημοτικό σχολειό, κοιτούσα απέναντι, την ίδια μεριά, και χάζευα απ' τα παράθυρα της τάξης δυο κόρες που σαν ακρόπρωρα βαστούσαν στις πλάτες τους το γείσο του Ματζέστικ. Ή μήπως είναι ο σαλός άντρας που πλανιέται στην πόλη παρέα με ένα μαύρο σκύλο και οι χρησμοί πετούν στο γύρω του αέρα; Η παραλία και το λιμάνι χειμώνα καιρό, το γκρίζο, η αναζήτηση της ύπαρξης, της αλήθειας, η κεντήστρα του Άγιου Μηνά. Τότε. Τώρα. Δοκιμάστε,υπάρχουν .
Αριστερά,μπαίνοντας στη στοά της εκκλησίας από την Ίωνος Δραγούμη , το μαγαζί με τη λευκή λαδομπογιά στα ξύλινα κουφώματα και την ηλεκτρική θερμάστρα. "Καρικώματα". Δυο ήταν οι γυναίκες που γνώριζαν την ευγενική αυτή τέχνη και στέκονταν εκεί, δίπλα δίπλα. Η μια πέθανε. Το μαγαζί της στέκει άδειο, υπάρχει μόνο η ταμπέλα. Η τελευταία που απέμεινε είχε στα νιάτα της μάθει την τέχνη από μια καραμανλού προσφυγίνα που ύφαινε χαλιά. Είναι όμοια στην πονηριά με την Ευφροσύνη του Αγαπητού, αλλά καταλαβαίνει για ποιο λόγο την κόρη μου τη λένε Ελισσώ και την πιάνει η συγκίνηση. Τα παιδιά της την πιέζουν να βγει πια στη σύνταξη. Τέλος εποχής.
Ναι, ίσως να είναι αλήθεια. Υφαίνουμε εικόνες μαζί με άλλες εικόνες για να εκφράσουμε μια στιγμή ή μια ζωή. Αναλόγως με τα νήματα που διαθέτουμε.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007

Αγάλματα

`
Ήταν η δεύτερη φορά που ανηφόριζε την Πλάτωνος, πίσω από το Πειραματικό, για τον ίδιο λόγο. Σχεδόν ευχόταν να βρει σκοτεινό το μικρό ισόγειο με την ξύλινη τζαμαρία, όπως είχε γίνει την περασμένη εβδομάδα. Τότε είχε νιώσει μια σχετική ανακούφιση, αλλά να την πάλι εκεί μπροστά, με το χέρι στη μπετούγια.
Είχε κόσμο μέσα. Έσπρωξε και μπήκε. Στενό, μικρό μαγαζάκι, το αφόρητο κάψιμο αρχαίας ηλεκτρικής θερμάστρας στην είσοδο. Οι μαζεμένοι φρόντιζαν να κάθονται στο βάθος, λίγες καρέκλες γύρω από ένα γραφείο και λευκά κεφάλια. Χαμογέλασε στην απορία τους και συστήθηκε.
Την θυμήθηκαν. Την καλοδέχτηκαν. Στους τοίχους φωτογραφίες. Ο Άρης στην κλασική πόζα, καθιστός με στολή, κορνιζαρισμένα αποκόμματα εφημερίδων, αφίσες. Κι απέναντί της, έτσι όπως την έβαλαν να καθίσει, η φωτογραφία του συνονόματου, όνομα κι επίθετο ίδια, οι καταλήξεις να διαφέρουν. Η ίδια και στο σαλόνι του πατρικού, η μάνα ακόμη αλλάζει το νερό στο βάζο εκεί μπροστά κάθε πρωί.
Με δυο λόγια το σκοπό της επίσκεψης τον είπε. Άλλον από εκείνον που είχε στο μυαλό της. Και απέφευγε να κοιτάει τον τοίχο απέναντι. Ο γιος της, τώρα που ζύγωνε να αντροπατήσει... Το ίδιο μακρύ, αδύνατο πρόσωπο, το σκούρο βλέμμα. Ο άλλος κοίταζε από την κορνίζα του, με την πυρέσσουσα ματιά του καιρού που τον έστησε στον τοίχο του Επταπυργίου. Πότε ήταν; Στον εμφύλιο βέβαια, αλλά πότε; Καταραμένη μνήμη, ο πατέρας κάποτε τα έλεγε, έπρεπε να τα είχε συγκρατήσει τότε...
Ήταν ευγενικοί και λίγο ξαφνιασμένοι μαζί της. Εκτός από τη μυρουδιά της ιστορίας έπιανε και τη μυρουδιά των γηρατειών που αρνούνταν να μετανιώσουν. Και γιατί να μετανιώσουν; Μέσα της έλπιζε να μη νιώθουν ούτε μετάνοια, ούτε πικρία, ούτε τίποτε. Και να μαζεύονται εκεί, κάτω από τα κάδρα των εκτελεσμένων, όπως οι άλλοι παππούδες κάθονται στα καφενεία κάτω από χάρτες της Ελλάδας και ημερολόγια αθλητικών συλλόγων της γειτονιάς. Μια στάλα γραφικοί, λίγο πεισματάρηδες, παππούδες τελοσπάντων. Μικρές συντάξεις, γκρι παντελόνια, να μετράνε τις αποδημίες φίλων, γειτόνων και συμμαθητών.
Ήταν έτοιμη να σηκωθεί. Το πρόσχημα της επίσκεψης δε βάσταγε άλλο. Χώρια που ένιωθε λίγο παρείσακτη, σαν κάτι να είχε διακόψει η είσοδός της. Έμοιαζε με διαμαρτία της κανονικής ροής του χρόνου , σ' εκείνο το νοικιασμένο μαγαζάκι όπου κατοικούσαν αναμνήσεις και αυτονόητες σταθερές . Τότε ο πρόεδρος άρχισε να παινεύει την οικογένεια. Το βαρύ το τίμημα, η πίστη, το καθήκον. Δεν κρατήθηκε άλλο. Άγαρμπα κομμάτι, το ξεφούρνισε:
- Δεν ξέρω σχεδόν τίποτε γι αυτά... Για τον μπάρμπα μου... κι έδειξε με το πηγούνι τον απέναντι τοίχο.
Απόρησαν. Τους εξήγησε.
- Δε μιλούσε πολύ ο πατέρας. Δεν το άντεχε. Μήπως... εσείς;
Πρώτη φορά δεν ήταν που προσπαθούσε να μάθει τι είχε γίνει τότε. Κι άλλοτε είχε ρωτήσει, συγκαιρινούς και συντρόφους, της ίδιας ομάδας. Στόματα κλειστά, υπεκφυγές, δικαιολογίες Το ίδιο ξανά. Οι παππούδες ανακάθισαν πιο κουμπωτά στις καρέκλες. Καναδυo βλέμματα ή έτσι της φάνηκε; Στο τέλος, αυτός που καθόταν δίπλα της, ανοίχτηκε λίγο:
-Ήταν ο θείος σου στην ΟΠΛΑ; Σε ποια ομάδα;
- Στην Άνω Πόλη έμεναν, στο Καφέ Κουλέ.
-Α, εγώ ήμουν στο Διοικητήριο...
Παράξενη αίσθηση. Ο θαλερός, τακτοποιημένος γέροντας, το καθαρό φτηνό πουκάμισο, το γλυκό χαμόγελο... Αυτός ήταν κάποτε αντάρτης πόλης; Έτσι γράφτηκε η ιστορία; Κι αυτή που νόμιζε...
Κάποιος άλλος ξερόβηξε. Ελαφριά αμηχανία.
- Ξέρεις κορίτσι μου... Οι συνθήκες τότε... Η συνωμοτικότητα.. Τρεις είχε κάθε ομάδα, κι άλλους δε γνώριζαν. Άμα χάθηκαν αυτοί, είναι δύσκολο να μάθεις.
Η ίδια δικαιολογία , πάντα. Άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους:
- Πόσος κόσμος ήταν τότε... Πάνε όλοι, θυμάστε βρε παιδιά, τον τάδε και τον τάδε, τότε που ρίξανε τη χειροβομβίδα στο καφενείο; Εκεί, στη γωνία Μητροπόλεως. Αλλά χτύπησε η άτιμη στο στύλο της ΔΕΗ, μεταλλικοί ήταν τότε, θυμάστε, και γλύτωσε το κάθαρμα ο ταγματάρχης τάδε...
Σηκώθηκε. Δεν ήταν για την ίδια αυτά. Ήταν δικά τους. Αυτή θα κρατούσε την εντύπωση όσων μαθαίνουν την ιστορία από δεύτερο χέρι και δυσκολεύονται να φανταστούν τα χρώματα του κόσμου πριν τα έγχρωμα φιλμ. Ή σαν αυτούς που ξινίζονται όταν μαθαίνουν πως τα αρχαία αγάλματα δεν ήταν πάλλευκα, μα παρδαλά, εξωφρενικά παρδαλά.
Καληνύχτισε. Η πόρτα που έκλεισε πίσω της μπορεί και να τακτοποίησε την κανονικότητα του χρόνου στο μικρό ισόγειο. Ή , πιο απλά, να την απομόνωσε από κανένα :
- Τι θέλει και σκαλίζει τώρα αυτή...
Διακόσια μέτρα παρακάτω, στην πατρική Πλάτωνος, η γειτονιά είχε μαζευτεί γιατί η αστυνομία έβγαζε, νεκρή από μέρες, τη γερόντισσα που έμενε μόνη της και κατέβαζε από το μπαλκόνι του διατηρητέου το καλαθάκι για να της βάλει ψωμί η φουρνάρισσα. Τα ίχνη από τα βλήματα του εμφυλίου ακόμη στους τοίχους, μόνο για όσους ήξεραν που να κοιτάξουν. Στο πάρκο της Αχειροποιήτου το Μετρό είχε ήδη σηκώσει αλουμινένια παραπετάσματα και φοβέριζε ότι "έπιασε δουλειά στη Θεσσαλονίκη".

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007

Κατάρες

Είναι καταραμένη (κατά Πετεφρή) η Θεσσαλονίκη; Όπως λέμε καταραμένος ποιητής ή καταραμένη αίθουσα στην Όπερα του Παρισιού ; Και ποιος την έριξε αυτήν την κατάρα; I put a spell on you. Ίσως οι αναμνήσεις να είναι κατάρες από μόνες τους. Πως το έλεγε ο Μαρκές; Η νοσταλγία είναι μια παγίδα που στήνει το παρελθόν μας για να το αντέχουμε.
Μήπως οι παλιές φωτογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο από μια χαραμάδα στιγμής που άνοιξε για να τη βλέπουμε, έκλεισε και τώρα κάπου αλλού συνεχίζει να υπάρχει με όλους που φαινόμαστε σ΄αυτήν, ερήμην μας; Τι θα γίνει αν κάποτε βρούμε μπροστά μας τις παλιές μας υπάρξεις, να έχουν συνεχίσει τη ζωή τους-ζωή μας; Θα μας ζητήσουν λογαριασμό; Ή θα πρέπει θυμωμένα να τις ρωτήσουμε γιατί μας στοιχειώνουν έτσι;
Κάποτε πίστευα ότι ο κόσμος ήταν ασπρόμαυρος, μέχρι να επινοηθούν οι έγχρωμες φωτογραφίες. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να το φανταστώ. Σε πείσμα του ότι σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από τα παιδικάτα μου είναι ασπρόμαυρες.

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2007

Σάββατο βράδυ

Η συνηθισμένη βραδυνή κατάδυση στο κέντρο της πόλης. Τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς, σχετική ερημιά, άδειοι δρόμοι. Που πηγαίνουν όλοι; Στο πεζοδρόμιο της Εγνατίας ανάκατα μπαγάζια, σανίδες του χιονιού. Προσπερνάω ,τραβώντας για τα χιόνια του πατρικού μου. Η μάνα στην καρέκλα, αμίλητη πια. Πιο πολύ μιλάω με την ξένη που είναι μαζί της.
Ανοίγω ντουλάπια. Άλλη κατάδυση αυτή. Πετάω, καθαρίζω.Tο πτυχίο μου, ξεχασμένο στην κορνίζα του καναδυο δεκαετίες. Ίσως άξιζε περισσότερης προσοχής. παρακάτω ο μαύρος χαρτοφύλακας του πατέρα. Τα χέρια μου μέσα στη σκόνη κίτρινων χαρτιών. Η ζωή του που έφυγε και παράδοξα είναι ακόμη εδώ. Ο φάκελος της αλληλογραφίας του με το δικηγόρο της Αθήνας που κατάφερε να του βγάλει τη σύνταξη το ΄87, όταν αναγνωρίστηκε η απόλυσή του από τον ΟΤΕ στον εμφύλιο. Τα εισιτήρια της British Airways του ΄76, όταν κουβάλησαν, με τη μάνα άρρωστη, την ελπίδα τους στο Λονδίνο. Μαζί και ο χάρτης της πόλης που γύρναγε όταν την άφηνε στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Τοπογραφικά, συμβόλαια, διαβατήρια, βιβλιάρια, αποδείξεις μιας ζωής. Τα έγγραφα του κοιμητηρίου που κήδεψε την έρημη την ξαδέλφη του. ( Τώρα έγγραφα τέτοια κι ο ίδιος) Τα φύλαγε όλα. Τα φυλάμε όλοι. Με τη γνώση ή με την ελπίδα μήπως, ότι κάποια χέρια θα μας αγγίξουν μια φορά κι εμάς , χαρτιά πλέον. Και τότε; Stat roza pristina nomine, nomina nuda tenemus.

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2007

Εδώ είμαστε!




Ήταν στα μέσα του '7ο κι εγώ στην αρχή μιας ερημιάς που τη λένε κι εφηβεία, άμα κάποτε τελειώσει. Η Θεσσαλονίκη της αγάπης και της πλήξης μου δεν είχε ακόμη βαπτιστεί από τα ΜΜΕ πόλη "ερωτική". Όσο για τους "ρυθμούς" της δεν νομίζω ότι καταλάβαινα άλλους από κείνους του σώματος που πάλευε να ξεγελάσει τη μπλε ποδιά.
Σχολειό, το Γ΄Θηλέων. Κι επίσης βιβλιοπωλείο λίγο πιο πάνω στην Καρόλου Ντηλ, απέναντι από τον ΟΤΕ. Το θυμάμαι αμυδρά το μαγαζί, μάλλον μικρό για τα τωρινά. Τότε, φαντάζομαι, θα ακούγονταν φυσιολογική η ανάσα των βιβλίων στα ράφια ,το κύρος της "Δομής" και της σειράς "Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων".
Θυμάμαι αμυδρά και τη μορφή του βιβλιοπώλη. Άντρας ψηλός,ντυμένος στα μαύρα.Αλλά τα χέρια του τα θυμάμαι καλά. Α, πώς τα θυμάμαι... Μακρυά δάχτυλα, λευκά.
Παράξενο, γιατί να θυμάμαι τα δάχτυλα; Ίσως γιατί στο διάλειμμα χάζευα την " Ταφή του κόμητος του Οργκάθ", κορνιζαρισμένη στο δεύτερο όροφο του σχολείου, αριστερά στο διάδρομο. Σε τι με καλούσε το παιδάκι με τη μαύρη φορεσιά, το λευκό κολάρο και την αέρινη χειρονομία; Αργότερα έμαθα να το λέω Γιώργη-Μανουήλ.
Εκεί, σε αυτόν τον άντρα, με οδηγούσε ο πατέρας καθ' οδόν από το σχολείο για το σπίτι. Ανυποψίαστη πατρική φροντίδα.
Είχα το ελεύθερο να πάρω όποιο βιβλίο ήθελα κι εγώ ζητούσα επίμονα από τη σειρά "Γαλάζια Βιβλιοθήκη". Εκείνος χαμογελούσε συγκαταβατικά, έλεγε ότι δεν ήταν καλή η έκδοση και πρότεινε κάτι άλλο. Κι εγώ με το κρυφό καμάρι της εκκολαπτόμενης διανοούμενης απαντούσα ότι το είχα διαβάσει. Τη δεύτερη ή τρίτη φορά που επαναλήφθηκε το ίδιο, ο ιδαλγός φανέρωσε ευχαριστημένος την έκπληξή του λέγοντας :'' Μα κι αυτό το διάβασες;'' κι εγώ πια ένιωσα να πετάω.
Από τα χέρια αυτά διάβασα το πολυαγαπημένο "Εδώ είμαστε", δηλαδή το "Captains Courageous" του Κίπλινγκ, διάφορα άλλα της περιβόητης "Γαλάζιας Βιβλιοθήκης" και έναν εξαιρετικό πανόδετο ''Τομ Σώγιερ" του Ηριδανού με ημερομηνία 1975. Φαίνεται ο μέντοράς μου στο τέλος με έπεισε να ξεκολλήσω από τις φτηνές εκδόσεις. Στην πρώτη σελίδα υπάρχει και η σφραγίδα του μαγαζιού: " Βιβλιοπωλείο Μαρία Σαμαρά Καρόλου Ντηλ 28".
Το βιβλιοπωλείο έχει πάψει από χρόνια να υπάρχει. Ο ιδαλγός χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, μόνο με χέρια, είχε από τότε πεθάνει. Σήμερα στο ίδιο μέρος πουλούν κάτι ρούχα ακατανόητα, όχι πάντως μαύρα.
Στο δεύτερο όροφο του σχολείου ανέβηκα πέρσι με τα παιδιά μου. Η ταφή του Κόμητος δεν υπήρχε. Στη θέση της, στο διάδρομο, είχαν μπει lockers, για τα πράγματα των παιδιών. Στο ισόγειο ήταν φύλακας ο γιος ενός παλιού μου καθηγητή, που κοροϊδεύαμε για το παράξενο επίθετο που συμφωνούσε με την παράξενη μύτη του. Μας άφησε να βολτάρουμε.
Όσο για την αφεντιά μου... Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το πρώτο καθήκον μιας διανοούμενης είναι η πνευματική γοητεία. Αναγκαστικά πλέον.
Ο γιος μου έχει τώρα την παλιά μου ηλικία και έχει διαβάσει τον ίδιο "Τομ Σώγιερ". Θα πρέπει να τον δώσω και στη θυγατέρα. Ή , καλύτερα, να την αφήσω να ψάξει να βρει το δικό της ιδαλγό. Για να μάθω κι εγώ τι απέγιναν.
Και πάντως, να πάρει η ευχή, "Εδώ είμαστε"!

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails