Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Δάκρυα 2

Η διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, είναι ένα μέρος με λογιών λογιών αναφορές. Αν ρωτήσεις αρκετούς ανθρώπους θα πάρεις σίγουρα αρκετές διαφορετικές απαντήσεις.
Αν για παράδειγμα, πέσεις σε  κανένα παλιό αριστερό Σαλονικιό, θα σου πει πως είναι ένα εμβληματικό σημείο για την πολιτική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκείνο της σφαγής των εργατών κατά την απεργία της Πρωτομαγιάς του '36. Ίσως και να γνωρίζει ότι το πλήθος συνέχισε την πορεία του κουνώντας μαντήλια, βουτηγμένα στο αίμα που χύθηκε στο δρόμο.





Θα σου πει ίσως για την Κατίνα Τούση που θρηνεί πάνω από το δολοφονημένο γιο της. Για το Γιάννη Ρίτσο που εμπνεύστηκε τον "Επιτάφιο". Αυτόν που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Μέρα Μαγιού. Άμα είναι και διαβασμένος θα σου μιλήσει για το πώς ένα  πρωτογενές  γεγονός που καταγράφεται στη συλλογική συνείδηση  αργότερα παραχωρεί τη θέση του στο δευτερογενές, το οποίο καταξιώνεται εξίσου με το αρχικό.


Αν μιλήσεις με αρχιτέκτονα ή αρχαιολόγο, θα σου πει για το Χαμζά Μπέη τζαμί, ένα από τα πολλά οθωμανικά μνημεία της πόλης που πέρασαν σε δεύτερη και τρίτη χρήση μετά τον εξελληνισμό της.
Το τέμενος χτίστηκε στα 1467 και μάλιστα κτίτωρ ήταν μια γυναίκα, η Χαφσά Χατούν. Κάθε άλλο παρά τυχαία, θα σου πει, η επιλογή της τοποθεσίας για την ανέγερση του τζαμιού. Τα 16 από τα 22 κιονόκρανα που στολίζουν το τέμενος προέρχονται από παρακείμενη παλαιοχριστιανική βασιλική, ίσως κάποιου γυναικείου μοναστηριού, από που αυτά που υπήρχαν μπόλικα -intra muros - στη βυζαντική Θεσσαλονίκη. Οι συνέχειες που λέγαμε τις άλλες.
Θα σου μιλήσει λοιπόν για τις διαδοχικές χρήσεις του μνημείου. Από τζαμί, τόπος εγκατάστασης προσφύγων κατά την Μικρασιατική καταστροφή. Τα ίχνη της απελπισμένης προσπάθειάς τους να επιζήσουν βρέθηκαν , ογδόντα τόσα χρόνια μετά, στο εσωτερικό του μνημείου.
Κατόπιν, και αφού οι πρόσφυγες αποχώρησαν για να εξελληνίσουν τις εσχατιές της Σαλονίκης και τη μακεδονική ενδοχώρα, η κεντρική αίθουσα προσευχής και η αυλή του μνημείου στεγάστηκαν με μεταλλική κατασκευή. Παρόμοιου ύφους και είδους με τον πύργο του Άιφελ παρακαλώ.


Το τζαμί έγινε σινεμά. Σινέ Αλκαζάρ. Το περιστύλιο με τους ανακατεμένους κίονες κλείστηκε με κάθε λογής πατέντες και έγιναν εμπορικά μαγαζιά. Από τα γνώριμα, της Εγνατίας. Παπούτσια και πουκάμισα "για εργατικούς" που θα έλεγε ο Καβάφης και θα είχε δίκιο.
Αν πάλι έχεις την τύχη να μιλήσεις με κάποιον από τη διαρκώς ελλατούμενη φρουρά των θαμώνων του σινε Αλκαζάρ θα ακούσεις για το , τούρκικο βεβαίως , répertoire. Βλέπετε, σε πείσμα των συνθηκών και των παιγνίων επί χάρτου των αρχών του 20ου, και παρά τον συνωστισμό στην- κομμάτι υπερθερμασμένη- προκυμαία της Σμύρνης, οι παππούδες και οι πατεράδες μας τα τούρκικα καταλάβαιναν. Αυτά ένιωθαν. Και άμα θύμωναν ή πονούσαν και έπρεπε να μιλήσουν τη γλώσσα της καρδιάς, στο τούρκικο το γύριζαν και έρχονταν ο κόσμος στη θέση του.
Μπροστά στο σινεμά, το πεζοδρόμιο, απελπιστικά στενό. O φόβος και ο τρόμος της μαθήτριας, όταν αναγκαζόταν να το περάσει μέσα σε άλλο συνωστισμό, μετά τις παρελάσεις στην Εγνατία. Ο θρίαμβος του εφαψία. Celle horreur!
Βέβαια το γεγονός της απόδοσης ενός θρησκευτικού οθωμανικού μνημείου σε χρήσεις άλλες, δεν ενόχλησε στη Θεσσαλονίκη των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και των εθνικών συλλαλητηρίων. Αντιθέτως, τα σαλονικιώτικα γκρουπ που χαζεύουν την Αγιά Σοφιά στην Πόλη, ανάμεσα σε δυο εφόδους για δερμάτινα, ανατριχιάζουν με δίκαιη αγανάκτηση για τις ιεροσυλίες των Τουρκαλάδων.
Αν βέβαια πέσεις επάνω σε κανένα συνομωσιολόγο- ερευνητή του παραφυσκού-κλπ, θα ακούσεις για τα μυστηριώδη σύμβολα στα καπάκια  των υπονόμων της Βενιζέλου, που όμως δε σκεπάζουν κανενός υπονόμου το άνοιγμα. Θα μάθεις ότι πρόκειται αστικές σημαδούρες, που χρησιμοποιούν οι περιπλανώμενοι του παράδοξου.


Για τούνελ μυστικά θα  σου πει, που τέμνουν την Εγνατία. Και για ενεργειακούς χάρτες και τελλουριακά ρεύματα. Θα ακούσεις και για πρόσγειους, που τόσο έχουν αγαπήσει τη Σαλονίκη, ώστε να στοιχειώνουν, μέρα μεσημέρι, το Μπεζεστένι και το Καραβάν Σεράι.
Αν πάλι τύχεις σε (τριαντασαράντα ετών) νεόκοπη Σαλονικιά, θα σου πει "α, εκεί στη Fena,στο παπούτσι".
Αν ρωτήσετε  και την αφεντιά μου θα σας πω ότι έχω "δει " τα αίματα των διαδηλωτών πάνω στα κλειστά κεπέκια  και ότι ακόμη αναζητώ τα δεκάξι χρόνια του πατέρα μου στις φωτογραφίες του πλήθους του '36. Και για την μικρανεψιά   του Τούση, που ήταν συμφοιτήτρια και φίλη. Θα σας πω για τις παρελάσεις. Ή για την αλησμόνητη ανάμνηση του πεθερού μου στη στάση, μπροστά στο Αλκαζάρ. Στα χέρια η σακούλα με το κατσίκι που μας ψώνισε από το Καπάνι, παραμονή Πρωτομαγιάς. Βαριά άρρωστος ήδη και πολύ ακριβό το χατήρι μας. Μα δε θα παραλείψω να προσθέσω ότι κανένας πρόσγειος δεν είναι πιο τρομακτικός από το δήμαρχο, το νομάρχη, τις ξανθιές βουλευτίνες και το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Αλλά και τους ζωντανούς που τους ψηφίζουν.
Να μη ξεχάσω να πω, βεβαίως , για τον Καρύδα. Και για τον κράχτη του.
Οι κράχτες. Στέκονταν στην βιτρίνα του μαγαζιού και φώναζαν. Διαλαλούσαν φτήνια και ποιότητα. Όταν η κυρά κόντευε το τζάμι κι έδειχνε έστω και ελάχιστο δείγμα ενδιαφέροντος , ήταν γι αυτούς ζήτημα τιμής να την μπάσουν μέσα. Με τσαλίμια, φωνές, υποσχέσεις και ατάκες. Το διακύβευμα ήταν να μπει ο πελάτης. Κατά το δόγμα των Εβραίων εμπόρων της Σαλονίκης: "Και η σκόνη από τα παπούτσια του πελάτη είναι κέρδος για το μαγαζί".
Ο Καρύδας δεν πουλούσε σκόνη. Παπούτσια πουλούσε και , στα χρόνια του εβδομήντα που μεσουρανούσε η αισθητική της χούντας, έφερε και έστησε έξω από το μαγαζί του ένα τεράστιο γοβάκι με εκατοντάδες λαμπάκια , που γύριζε και γύριζε και έκανε σεκόντο στον κράχτη που ήταν από κάτω. Γεγονός! Το παπούτσι του Καρύδα.


Ένας αστικός μύθος λέει ότι το ζευγάρι του βρισκόταν στο Las Vegas, μέχρι που οι Αμερικάνοι το βαρέθηκαν και το πέταξαν. Οι Σαλονικιοί πάλι όχι. Απόδειξη ότι το γοβάκι είναι ακόμη εκεί και γυρίζει εξακολουθητικά και μάλιστα ο μακαρίτης ο Μιττεράν ,νομίζω, είχε ζητήσει να το δει σε μια επίσκεψή του στην πόλη. Η συνέχεια που λέγαμε, υπηρετείται τώρα από την ένδοξη Fena. Εξέλειπαν όμως οι κράχτες.
Χμ... όχι ακριβώς... Τα καμώματά τους αναγνωρίζω κάθε φορά που ο κανακάρης μου βλέπει Λιακόπουλο και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Και τώρα φταίω εγώ που βρίσκω , εντελώς αδικαιολόγητα βεβαίως, τους ίδιους εκφραστικούς τρόπους και σε άλλα μέρη; Η προκατάληψή μου φταίει, οπωσδήποτε.




'Ελα όμως που δε σε αφήνουνε να αγιάσεις. Βλέπετε, ο κόσμος είναι πια μικρός. Πολύ μικρότερος από την εποχή του κράχτη. Όλα είναι διαφορετικά. Τα δάκρυα όμως ίδια.



4 σχόλια:

olivetreegirl είπε...

Υπέροχη ανάρτηση, πλούσια σε πληροφορίες που δεν είχα ξανακούσει. Σωστό σχολείο το ιστολόγιό σου, πάντα μαθαίνω κάτι περνώντας από' δω! Εμφανής και η αγάπη σου για την πόλη σου.

sobraluz είπε...

@ ελίτσα: Πρόκειται για επαγγελματική διαστροφή, το δίχως άλλο. Ευχαριστώ.

undantag είπε...

Χμ... εκεί κοντά δεν ήταν και το πρώτο - μικρό - ζαχαροπλαστείο του Χατζή, με τα υπέροχα ταούκιοκτσού και τα καζάντεπί του;
Θαύμασα τη συνειρμική σου σκέψη.

sobraluz είπε...

@ κατ' εξαίρεση : Ναι, προτού γίνει της μόδας. Ευχαριστώ.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails