Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

"Εάλω", εμείς.


Πριν λίγα χρόνια είχα για διευθυντή έναν εντελώς χαρακτηριστικό τύπο " Ελληναρά", με μικρό μπόι, μεγάλη άγνοια και κορώνες μουσολινικού τύπου. Ο λαμπρός αυτός υπάλληλος της Γ' Ελληνικής δημοκρατίας λάτρευε κάθε 19 Μαΐου να εκφωνεί στα έρημα παιδάκια λόγο, για την επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων. Το είχε αναλάβει με την προθυμία ενός εργολάβου, μια και ο ίδιος ήταν ποντιακής καταγωγής.  Μάλιστα το τραβούσε το πράγμα από τα μαλλιά και  έφτανε από τον Πόντο στην Άλωση. Εκεί πια άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να εκφραστεί. Τι Μαρμαρωμένοι, τι ψάρια που κολυμπούν μισοτηγανισμένα, όλα τέλος πάντων που είχε ακούσει ο ίδιος από το δάσκαλό του στα χρόνια του '50 και έπρεπε να μάθουν τα παιδιά.  Και κάθε, μα κάθε χρόνο, ξεκινούσε το λόγο του με το μνημειώδες:
-Σήμερα, παιδιά, γιορτάζουμε τη γενοκτονία των Ποντίων.
Τα παιδιά πρόσεχαν φιλότιμα τα πέντε πρώτα λεπτά και κατόπιν, αυθορμήτως, έπαιρναν πάνω στα τσιμέντα της αυλής στάσεις που παρέπεμπαν κατευθείαν στα θύματα της γενοκτονίας και στο "συνωστισμό" του λιμανιού της Σμύρνης. Κυρίως ασχολούνταν με την - επικείμενη - Γιουροβίζιον και το ντουζ πουάν. Το προσωπικό του σχολείου - από την άλλη- αφού κέρδιζε ακόμη τρία λεπτά με τα συνηθισμένα "σςςς" και "σήκω πάνω, δε ντρέπεσαι" παρέδιδε τα όπλα και νοσταλγούσε κάπως τον καιρό που οι Τσέτες έσφαζαν τους προγόνους του διευθυντή στο προειρηθέν λιμάνι. Το τέλος της σεμνής τελετής έβρισκε τον ομιλητή εθνικώς υπερήφανο, τα παιδάκια σε αρχικά στάδια ηλίασης και το προσωπικό κατά τι σοφότερο. Να, αίφνης μαθαίναμε πως η εθνική ομφαλοσκόπηση είναι βασικό κομμάτι της εθνικής εκπαίδευσης, ενώ οι δεκάρικοι λόγοι κρίσιμοι για τη δημιουργία των μελλοντικών απολιτίκ ανθρώπων.
Από τότε καμπόσα πράγματα άλλαξαν. Η πατρίδα χρεοκόπησε, αφού πρώτα γλέντισε σε ένα τρελό πάρτι με διακοποδάνεια, ρεμούλες, μανικιούρ-πεντικιούρ, Ολυμπιάδες, μίζες και Τζουλοβοσκοπούλες.
Ο διευθυντής-πατριδαμύντορας-Τουρκοφάγος πήγε σπιτάκι του, με το ελάχιστο της υπηρεσίας, για να απολαύσει τους καρπούς του μόχθου του.
 Τα παιδάκια ψιλομεγάλωσαν, σκοτώθηκαν πέρυσι το Δεκέμβρη ή σκότωσαν φέτος το Μάη. Πάντως μεγάλωσαν.
Οι δάσκαλοι μεγάλωσαν κι αυτοί, αλλά όχι αρκετά γιατί τους είπαν ότι θα πρέπει να δουλέψουν σαράντα χρόνια για να πάρουν πλήρη σύνταξη και καθόλου εφάπαξ. Πάλι νοσταλγούν, όχι τους Τσέτες αυτή τη φορά αλλά τους καιρούς που υπήρχαν βεβαιότητες. Η εθνική εκπαίδευση θα αλλάξει και αυτή, οσονούπω, από μια καλή κυριούλα που στέλνει το δικό της παιδάκι σε ιδιωτικό σχολείο και κλείνει το γόνυ στον Έλληνα εκπαιδευτικό. Η Ελλάς κατάφερε να πάρει όγδοη θέση στη Γιουροβίζιον, να μοστράρει λύρες και νταούλια ανταμώς με τατού και αποτριχωμένα στήθη και να θυμηθεί ξανά την Άλωση.  Τα στερεότυπα που επαναλαμβάνονται, η Ιστορία που διδάσκεται ξανά και ξανά αλλά δεν κατανοείται, η αλύτρωτη καθημερινότητα, το μέλλον που τρύπωσε από την Κερκόπορτα της συλλογικής ενοχής.
Και μέσα σε όλα τούτα η βασανιστική ανάμνηση της Πόλης, το μεγαλείο και το εξάμβλωμα, η σαγήνη και ο τρόμος. Ομορφιά και παράπονο. Ένα  κλάμα και μια βεβαιότητα. Η Πόλη έπεσε. Γεννήθηκε το Ρωμαίικο. Η Πόλη γλύτωσε. Εμείς;

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ένα πουκάμισο αδειανό


Λένε ότι η ιστορία "έχει" τους δικούς της τρόπους να ολοκληρώνεται, ότι "ειρωνεύεται", ότι "εκδικείται", λένε πολλά.
Μάλλον τίποτε. Ιστορία είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και η ατέρμονη διαπλοκή του φόβου τους, του θυμού τους, της ελπίδας τους. Κάποιοι άνθρωποι λοιπόν βρήκαν και διέσωσαν από τη χωματερή της εθνικής αφασίας τα ιστορικά τεκμήρια της δολοφονίας Λαμπράκη. Τα ενδύματα των θυμάτων, ένα χειροπιαστό κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, πόλης διάσημης για τα φαγιά, τον ερωτισμό, τους φραπέδες, τον Ψωμιάδη και τις πολιτικές δολοφονίες ενός αιώνα. Δυο χαρτόκουτα από τα αζήτητα του αρχείου του Δικαστικού Μεγάρου, ματωμένα πουκάμισα και μονά παπούτσια, το πράγμα θα μπορούσε να έχει και αλληγορικό χαρακτήρα. Σαράντα εφτά χρόνια μετά εμφανίστηκαν και ίσως σημαίνουν ακόμη κάτι, για κάποιους.
Μας μεγάλωσαν να πιστεύουμε ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στις 22 Μαΐου του 63 από την παλατιανή συνωμοσία και το παρακράτος, εξαιτίας της αριστερής και φιλειρηνικής του στάσης. Τις τέσσερις μέρες που βάστηξε η νοσηλεία του - κλινικώς νεκρού - βουλευτή στο ΑΧΕΠΑ εκατοντάδες ανθρώπων περίμεναν νύχτα μέρα απ' έξω. Ο πατέρας και η Βασιλική, έγκυος επτά μηνών στο γρασίδι του ΑΠΘ. Κάποιοι λένε ότι ο Λαμπράκης είχε ήδη κάνει αίτηση εισδοχής στην Ένωση Κέντρου. Ο Παπανδρέου, εκλεκτός του αμερικανικού παράγοντα, θα έμενε στη σκιά. Αλίμονο.
Γεννήθηκα ακριβώς δυο μήνες μετά την επίθεση στην οδό Σπανδωνή. Στα συλλαλητήρια της επόμενης χρονιάς ο πατέρας ορμήνευε τη Βασιλική πού θα καταφύγουν αν χτυπήσει η αστυνομία, είχα μάθει το "ένα, ένα, τέτελα" και οι χωροφύλακες την παρατηρούσαν :
-Μαζέψτε, κυρία μου, το παιδάκι σας.
Ήταν μια Παρασκευή του Μάρτη το 85 όταν ο Σαρτζετάκης έγινε Πρόεδρος και εμείς ανηφορίζαμε στην ταβέρνα του Βλάχου, στο Τσινάρι. Πιστέψαμε ότι, ναι, η ιστορία εκδικείται. Οι αφελείς.
Ο Τίγρης ίσως είχε κάτι "άλλο" να πει. Μια εκδοχή φρικαλέα στην απλότητά της. Μα ο Τίγρης ήταν και γραφικός. Τι βάση να δώσει κανείς. Το σπιτάκι στο νταμάρι της Ευαγγελίστριας ήταν βαμμένο ώχρα. Εγώ καμιά εικοσαριά χρονών.
-Θα ήθελα τον κύριο Χατζηαποστόλου.
Φορούσε μια κόκκινη αθλητική φόρμα και έκανε μεγάλες κινήσεις με τα χέρια του. Δέχτηκε το μικροποσό που έστειλε ο πατέρας μου με συγκατάβαση ξεπεσμένου ηγεμόνα. Στις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν με καταπράσινα κοστούμια και ένα είδος αυτοσχέδιας λατέρνας με σημαιάκια και λάβαρα. Ο πατέρας θύμωνε. Η επίσκεψη στην Ευαγγελίστρια δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Το μνημείο στη συμβολή Ερμού και Σπανδωνή, οι πατρικές εμμονές, η οικογενειακή ιστορία, η Θεσσαλονίκη των φαντασμάτων, οι συλλογικές και προσωπικές αυταπάτες, όλα που με κράτησαν στην αγκαλιά τους, με έθρεψαν και με έφεραν ως εδώ. Ο καιρός που ζούμε, η πίκρα, η αίσθηση της ήττας και της αδικίας. Τα πλήθη που πήγαν σπίτι τους, η απαξίωση της πολιτικής, η κυριαρχία του εύκολου. Ο Σπηλιωτόπουλος στο πρωινό του MEGA, το θράσος που δε γνωρίζει τον εαυτό του, η επιθετικότητα της ενοχής. Το χυδαίο είναι κυρίαρχο.
Ναι, θα πάω να δω το πουκάμισο όταν εκτεθεί. Δε ξέρω αν οι μεγάλες αφηγήσεις της ιστορίας έχουν τελειώσει, όπως λένε. Θέλω να διατηρώ το κομματάκι εκείνο που μπορεί και να με ξεγέλασε, μπορεί και να με μπέρδεψε αλλά είναι δικό μου. Κι αν έχω επιτέλους κάτι μαθημένο από όλα τούτα είναι να φοβάμαι εκείνους που δε νιώθουν τίποτε από το κοινό δικό τους. Ούτε καν τις αυταπάτες.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Οι άλλοι


Θα είμαστε μαζί μέχρι τα γεράματά μας. Θα με βλέπουν και θα τους βλέπω, κάθε μέρα, για πολλά χρόνια ακόμη.
Θα βλέπω, για παράδειγμα, στο διηνεκές το συνάδελφο με το blue touth πακτωμένο στο αυτί να κάνει τις αγοραπωλησίες του από τη σχολική αίθουσα, αδιάφορος και αμέτοχος σε όλα τα άλλα.
Ή το διευθυντή να συγγράφει το βιβλίο του στον υπολογιστή του σχολείου, την ώρα του σχολείου.
Θα καλημερίζω τη συναδέλφισσα που νομίζει ότι η Ζωρζ Σαρή είναι "ο Ζωρζ Σαρή" και την άλλη που τρέχει στα δικαστήρια να μαζέψει αδέσποτες φωτογραφίες "προσωπικών στιγμών της" .
Μέχρι τα γεράματά μου θα εξηγώ στη δασκάλα της πρώτης ότι το "Αλφαβητάρι με τον ήλιο" είναι σημαντικό κείμενο και πάλι δε θα την πείθω.
Θα δέχομαι το αυθόρμητο ξάφνισμά τους όταν θα ακούν το "Γουτού γουπατού" και θα νιώθω αμηχανία και ντροπή.
Κάθε πρωί θα απορώ γιατί τα παιδιά πρέπει να "κάνουν γραμμές" και να προσεύχονται ομαδικώς. Αλλά τη δική μου απορία δε θα αναλαβαίνει να τη λύσει κανείς. Θα γνωρίζω, ωστόσο, ποιοι από τους παριστάμενους και ευλαβικώς συμπροσευχόμενους κάνουν ιδιαίτερα το απόγευμα και λούφα το πρωί.
Σε όλους αυτούς λοιπόν τους αναγκαστικούς συνοδοιπόρους μιας βόλτας μακριάς και ατελέσφορης, χαρίζω τη σημερινή απεργία. Και στον κάθε ένα, που δέχεται την αδικία ως αυτονόητη.
Θα πιστεύω ότι δουλεύω, για τους άλλους ανθρώπους. Οι προειρηθέντες, όλοι σήμερα στο σχολείο, θα δουλεύουν όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτοί, με τη σειρά τους, θα ανέχονται το δούλεμα ως αυτονόητο. Η Ελλάς αποτελείται από συνένοχους άλλους.
Κι εμείς δε θα μπορούμε ούτε καν να φύγουμε, αν πάμε αλλού.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας


Πόσα χρωστάει ο κ. Βοσκόπουλος, γνωστός τελευταία και ως υπουργικός σύζυγος; Πέντε εκατομμύρια.
Και λοιπόν; Προς τι ο θόρυβος; Γιατί ενοχλεί η βασιλική ασυλία ανθρώπων τέτοιου είδους; Γιατί οι ιερεμιάδες των ΜΜΕ παίζουν αυτό το γαϊτανάκι της υποκρισίας; Γιατί το πόπολο, όπως λένε τον χύδην λαό στην πατρίδα της κ. Γκερέκου, αγανακτεί εμφατικά; Τα χρωστούμενα είναι το πρόβλημα ή μήπως το περιεχόμενο και η κουλτούρα του ίδιου "λαού" που ανέδειξε το ίνδαλμα Βοσκόπουλος και - μεσούσης της χούντας- το αποθέωνε σε μπουζουκομάγαζα και ψευτοϊλουστρασιόν ταινίες;
Ποιος έκανε "άρχοντα" τον άνθρωπο της καψουρόπιστας; Ποιος του έδωσε τη δυνατότητα να έχει τέτοια τρελά έσοδα και - το σημαντικότερο - τέτοια δημόσια εικόνα ώστε να μπορεί να παίζει την διελκυστίνδα με την εφορία τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια; Ποιος, ποιοι εγκυρώνουν το τίποτε, το μηδέν, το πολιτιστικό σκουπίδι; " Λαϊκός βάρδος" ποιανού λαού; Αυτού που του αξίζει.
Πάει και η πολυθρύλητος σεμνότης της Ελληνίδος βοσκοπούλας. Πάνε και τα σεγκούνια, τα υποκάμισα και οι εμπροσθέλες. "Τσεμπέρ ε ποδέ έδε γγούνε εδέ κεμίσι νε κεντήμ εδέ φλουρέ"*, πάει το όνειρο της γριάς μάνας της Φλώρας να τη δει στολισμένη νύφη. Η κολαϊνα με τα φλουριά παρέλκει να φορεθεί. Κατατέθηκε για την αγορά του ακινήτου στο Λιστόν και η βλαχοπούλα της ιστορίας μας ξεπροβάλλει από τη μαύρη λίμο της συλλογικής ονείρωξης τεντώνοντας της ζαρτιέρες της. Να χαρώ την υπουργό. Να χαρώ τον πολιτισμό.
Η ονομαστική μείωση των ετήσιων αποδοχών μιας δασκάλας με εικοσιπέντε χρόνια υπηρεσίας είναι 3.000 ευρώ. Κι αυτό δεν είναι το οφθαλμόλουτρο του Play Boy. Είναι σκληρή τσόντα.

* Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, Η Βλαχοπούλα

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Η αλεπού, ένα σύμπλεγμα και το παζάρι

Η επίσκεψη Ερντογάν ολοκληρώθηκε. Τέτοια οθωμανική μεγαλοπρέπεια, σχεδόν ντροπή για την πτωχή και ( εσχάτως ; ) άτιμη Ελλάδα.
Τι ισλαμικό chic, τι παρατρεχάμενοι, τι Θεοδωράκης υποβασταζόμενος από δυο πρωθυπουργούς με φόντο την Ακρόπολη, όλα τα σύμβολα που είχε το μαγαζί επιστρατεύτηκαν. Μέχρι και κοτζάμ πρόεδρος του ελληνικού κοινοβουλίου θύμισε στον μουσαφίρη ότι βρίσκεται στην κοιτίδα της δημοκρατίας.
Μια στάλα συμπλεγματική η ατάκα. Να, σαν το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα που παλεύει τα φίδια, ανταμώς με τα παιδιά του. Ο Λαοκόων έπρεπε να σωπάσει. Η Τροία επέπρωτο να χαθεί.
Λένε ότι πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαχείριση των συμβόλων. Ο συμβολισμός της επίσκεψης Ερντογάν είναι προκλητικά εξόφθαλμος. Και η αμηχανία του ΓΑΠ, κατά τη συνέντευξη τύπου, μιλάει καλύτερα ελληνικά από τον ίδιο.
Κοιτάξτε, καλύτερα, τον ουρανό του Τολέδο. Κοιτάξτε καλύτερα, παρακαλώ.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Πρωτάκια

Ξεκινούν αύριο και οι σκέψεις μου είναι μαζί τους.
Πριν δώδεκα χρόνια τα υποδέχτηκα, μια σταλιά ψυχάκια, με καινούριες τσάντες. Η αγωνία της μαμάς έξω από την πόρτα και ο δικός μου πανικός της πρώτης μέρας, σταθερές αξίες. Μα αυτά τα μικρούλια στάθηκαν. Άντεξαν δώδεκα χρόνια παράλογης και κακής εκπαίδευσης, ερασιτεχνισμούς σαν τους δικούς μου, την κρεατομηχανή της δευτεροβάθμιας, την εφηβεία, και τώρα είναι έτοιμα να βγουν στον κόσμο που τους ετοιμάσαμε και να διεκδικήσουν τη θέση τους.
Βρήκα τη φωτογραφία μας της πρώτης τάξης, αυτά τόσο δα και αθώα (;) , η αφεντιά μου μωρομάνα εκείνο τον καιρό, όλοι στημένοι μπροστά στην πορφυρή αυτοσχέδια αυλαία του σχολείου, τα ονόματά μας στο χαρτονένιο δίπτυχο. Ευτυχώς, γιατί κάποια πρόσωπα έχουν προλάβει ήδη να χάσουν τα ονόματά τους, δεκάδες πέρασαν από τα χέρια μου έκτοτε.
Και, τέλος πάντων, σήκωσα το τηλέφωνο. Όχι τα ίδια, τους γονείς τους. Τα παιδιά είναι αμπαρωμένα στα δωμάτιά τους, παρέα με τον "προγυμναστή" ( έτσι λέγαμε έναν καιρό τον ιδιαιτερά ) . Τελευταίες οδηγίες προς ναυτιλομένους.
Ευχές για τη Δεσπούλα, τη μελλοντική δόξα της Φιλοσοφικής, το στρουμπουλό που στα οχτώ του σήκωσε χεράκι και είπε:
-Κυρία, το διάβασμα για μένα είναι ελευθερία.
Ευχές για το Μανώλη, που γεννήθηκε άσφυγμος, πάλεψε την αναπηρία του και θέλει να γίνει λαμόγιο δημοσιογράφος. Τι χαρά ! Θα μπορώ να σφαλιαρώνω έναν από δαύτους στο μέλλον, με την άνεσή μου.
Για το Δημήτρη που ποτέ δεν είχε ηψηλή επίδοση αλλά δεν τα παράτησε και τώρα θέλει να γίνει μπάτσος, για τη Χριστίνα, την υποψήφια της μοριακής βιολογίας που έγραφε αστείες εκθέσεις στα επτά της, το Βαγγέλη που τότε ήθελε να γίνει πρωθυπουργός και τώρα δίνει οικονομικά, ευχές για όλα τους. Μέχρι να ανοιγοκλείσουν μια φορά τα μάτια θα έχουν φτάσει στην ηλικία μου, όλο συμβουλές και μικρά πονάκια. Λοιπόν, όρμα Τζακ, μήπως και πάρουν εκδίκηση τα όνειρα.
Και για μένα; Χώρια τα ζουμιά που με πήραν στο δεύτερο - κιόλας- τηλεφώνημα, χώρια τη βεβαιότητα "καλά έκανα και τα έβαψα ξανθά, χάλια ήμουν", μια γλυκιά αμοιβή:
-Ήμουν σίγουρη ότι μας σκέφτεσαι. Αυτό έλεγα σήμερα στη δουλειά, μόνο η δασκάλα του μας σκέφτεται.
Έτσι είναι, παιδιά. Και αφήστε την Αννούλα να κλείνει το γόνυ στον Έλληνα εκπαιδευτικό. Κάτι τέτοιες ιστορίες, ούτε στο όνειρό τους. Πολύ περισσότερο, στην αξιολόγησή τους.
Ίσως , στον εφιάλτη τους.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Dolce far niente ή Η γιορτή της μητέρας

Κυριακή , Μάης, λαμπερό πρωί επί του μικρού Εμβόλου. Πέρα ο Όλυμπος πεντακάθαρος, νομίζεις θα τον αγγίξεις αν κάνεις λίγο έτσι με το χέρι. Ήλιος και διάφανος, γλυκός αέρας, τίγκα στα κότερα η κλειστή μαρίνα, η άναρχη πρασινάδα της Καλαμαριάς από την κορυφή της τράπεζας μέχρι χαμηλά στο νερό. Ωραίο καφέ, οι φίλες ωραιότερες, άνθρωποι που εμπιστεύομαι και με εμπιστεύονται κι αυτές, τα ανθισμένα σαραντακάτι, το σινάφι μου, μανάδες, χρόνια μας πολλά, οι πρώτοι φραπέδες της σεζόν, τι λέτε να γίνει βρε παιδιά; Τι να γίνει, σκατά, τελειώσαμε, τι θα γίνουν τα παιδιά μας, πρέπει να τα φευγατίσουμε έξω. Ντεβσιρμές, παιδομάζωμα, το τρίτο στη σειρά, σώπα, μη το λες, τι να μην το πω, έτσι θα γίνει. Και θα το κάνουμε με τα ίδια μας τα χέρια.
Τι θα λένε άραγε τα βιβλία της ιστορίας μετά από εκατό χρόνια; Ποιος εθνικός μύθος θα αναλάβει να εξηγήσει στους μελλοντικούς Έλληνες τον εφιάλτη που ζούμε σήμερα;
(...) Το μόρφωμα "Ελλάς" λίγο πριν διαλυθεί πέρασε στα εθνοσωτήρια χέρια του MIG που ανέλαβε αφιλοκερδώς την αποστολή των Ελληνοπαίδων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προκειμένου να σωθούν από τη σήψη και τη διαφθορά που προκάλεσαν οι δεκαετίες της σαθρής διακυβέρνησης , ο κοινοβουλευτισμός και οι αντιδράσεις στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και στον Προστάτη ΔΝΤ. Μετά από αυτό, οι εναπομείναντες κάτοικοι οργανώθηκαν σε μικρές τοπικές επικράτειες της χαλαρής συνομοσπονδίας Καλλικράτης και εφάρμοσαν τακτικές επιβίωσης πολλές φορές στρεφόμενοι εναντίων αλλήλων. (...)
Οικογένειες, συνταξιούχοι, τρέντυ νεολαία, κι άλλοι φραπέδες, τα κυριακάτικα φύλλα, τίποτε δεν άλλαξε, μα όλα έχουν αλλάξει. Η γλυκιά απραξία του τίποτε, η γλυκιά ανυπαρξία του τότε.
Τώρα;

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Με παρατηρητήρια δε βάφουν αβγά


Τα μέτρα ψηφίστηκαν. Salus patriae suprema lex, esto. Έστω.
Αλλά, για σταθείτε. Ποιας πατρίδας; Ποια είναι η πατρίδα μας; Τι είναι η πατρίδα μας; Είναι ίδια η πατρίδα που υπηρέτησα σαν το πιστό σκυλί τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια με την πατρίδα του διπλανού μου λαμόγια, που μπορεί να είναι ο κουμπάρος μου, ο γείτονας, ο φίλος; (Τη σιχαίνομαι τη λέξη τούτη, όχι για το νόημά της αλλά για την ανάγκη που την έκανε μόδα. ) Με την πατρίδα του κλεφταρά εργολάβου μήπως, η ίδια είναι; Με του γιατρού που βγάζει τα έξοδα του ιδιωτικού για το γιο του από τα βιβλιάρια του δημοσίου; Με του Investement Group, τι λέτε, είναι η ίδια;
Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα τόσο ξεκάθαρη ταξική αίσθηση. Και, πιστέψτε με, ποτέ, μα ποτέ δεν πίστεψα ότι είμαι κάτι περισσότερο από αυτό που έλεγε το εκκαθαριστικό του δεκαπενθήμερου. Και πάντοτε συμπεριφέρθηκα αναλόγως.
Τώρα πρέπει να επιδείξω γενναιότητα και αυταπάρνηση, μου λένε. Τώρα πρέπει να ξελασπώσω την πατρίδα-φάντασμα. Να εμφανίσω πλεόνασμα πατριωτικής ηθικής και εργατικότητας. Να ξεχάσω πως με τιμωρούν για τον πρότερο βίο μου και να ματώνω εξακολουθητικά, για πάντα.
Να μου έδιναν τουλάχιστον μια - σχετική- ικανοποίηση; Να μάθαινα ποιοι κατασπάραξαν το δημόσιο πλούτο και ποιοι υποθήκευσαν το μέλλον των παιδιών μου; Με το όνομά τους, παρακαλώ και την ακριβή τοποθεσία του σωφρονιστικού καταστήματος που θα τους φιλοξενεί.
Ας μη μου έλεγε, Σαββατιάτικα, η κυρία υπουργός ότι στην ακριβότερη και πιο διεφθαρμένη χώρα της Ευρώπης έχει δημιουργηθεί παρατηρητήριο τιμών, επιτροπή ανταγωνισμού και ασπιρίνη για τον καρκίνο. Ας μη μετριόνταν η γενναιότητά τους με διαπιστώσεις. Αλλά με ρήξεις.
Μου λένε λοιπόν ότι τώρα πρέπει να δουλέψω για την πατρίδα. Δε μπορώ να τους πείσω ότι για τη ρημάδα δούλευα, έτσι κι αλλιώς. Δε θα με πιστέψουν. Ίσως γιατί - κατά βάθος- απλώς υπερασπιζόμουν την προσωπική μου ηθική , απέναντι στην καθημερινή χυδαιότητα.
Και τώρα, γύρω μου, βλέπω αυτήν την ίδια χυδαιότητα ατιμώρητη, θριαμβεύουσα.
Πάνω από το τυμπανιαίο και ωδοδός πτώμα της "πατρίδας" κλαίνε οι χήρες, κλαίνε και οι παντρεμένες. Μόνο που το πράττουν με υποκριτική υπερβολή, σαν τη Βλαχοπούλου στην "Παριζιάνα". Από μπροστά μαύρο ρέλι στο μαντηλάκι και μαύρο φουστάνι κλειστό ως το λαιμό. Και πίσω όλη η πλάτη έξω, να φαίνεται μέχρι κάτω, μέχρι το βρακί. Μόνο που κι αυτό είναι υποθηκευμένο στην τράπεζα.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Τι πόθους και τι πάθος



Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Όταν ο Σεφέρης έγραφε την "Άρνηση" έβαλε μια πάνω τελεία στον προτελευταίο στίχο. Όταν ο Θεοδωράκης συνέθεσε τo τραγούδι δεν κατάφερε να κάνει το Μπιθικώτση να την τραγουδήσει. Όταν το τραγούδι πέρασε στα χείλη του κόσμου άλλαξε τίτλο και έγινε" Το περιγιάλι".
Η γιαγιά μου δεν ήξερε το Σεφέρη, την πάνω τελεία και την 'Άρνηση". Ήξερε μόνο ότι το "Περιγιάλι" ησύχαζε το μωρό, το πρώτο εγγόνι. Που, πες-πες ,το έμαθε το τραγούδι και το απαιτούσε με τον τρόπο που τα πρώτα εγγόνια ξέρουν να απαιτούν.
Στο σόι μου τα παιδιά τα τραγουδάμε μέχρι μεγάλα. Με το ¨Περιγιάλι" νανούρισα κι εγώ, ήταν πια μέρος της οικογενειακής μυθολογίας. Επίσης με την πάνω τελεία φευγάτη. Ήξερα λίγο περισσότερα από τη γιαγιά μου για το Σεφέρη, ήξερα και την πάνω τελεία, αλλά και πάλι μου άρεσε να σκέφτομαι τι θέλει να πει εδώ ο ποιητής και τι λάθος είχαμε κάνει στη ζωή μας. Τι λάθος μπορούσαμε να έχουμε κάνει.
Τα παιδιά μου μεγάλωσαν πολύ. Τώρα ακούνε σιωπηλά τραγούδια , υπόηχους και υπέρηχους μόνο για τα δικά τους αυτιά. Έξω από το σπίτι ακούγονται τα τραγούδια μιας άδικης εποχής και εγώ προσπαθώ να κάνω τη σούμα των προσωπικών μου αρνήσεων. Άραγε αυτό ήταν το λάθος;
Ό άνθρωπος με τη μωβ γραβάτα και έναν έρπη σε αποδρομή, μου είπε πριν λίγη ώρα ότι πρέπει ν' αλλάξουμε ζωή. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου, το Σεφέρη και το "Περιγιάλι". Τότε ήταν ο παππούς του στο ίδιο βήμα, δεν υπήρχε η MIG, ο κόσμος που φώναζε ήξερε ένα τουλάχιστον άρθρο του Συντάγματος και οι τρεις άνθρωποι που κάηκαν ήταν αγέννητοι.
Δε μπορώ ξέρω τι θα τραγουδάει ο κόσμος σε πενήντα χρόνια. Μπορεί να έχουν τελειώσει τα νανουρίσματα. Μπορεί όχι. Τα παιδιά μου θα έχουν εγγόνια. Μπορεί και όχι. Θα έχουν τελειώσει τουλάχιστον τα λάθη;


Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010



Δεν τιμωρήθηκε κανείς.

Δεν ικανοποιήθηκε, έστω και στοιχειωδώς, το περί δικαίου αίσθημα.

ΔΗΛΑΔΗ, ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ;

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Curriculum vitae

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, από σόγια που μόλις σήκωναν κεφάλι μετά την προσφυγιά, την κατοχή και τον εμφύλιο. Οικογενειακό μότο το "χρυσό βραχιόλι". Πήρα το πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας το 1985. Ήμουν 22 χρονών.
Έπιασα δουλειά το 1986. Παντρεύτηκα συνάδελφο , πήραμε οπελάκι από χέρι και πήγαμε να ζήσουμε στα ενενήντα μέτρα της γονικής αντιπαροχής. Κάναμε δυο παιδιά δικά μας και νομίσαμε ότι και τα άλλα, τα ξένα, είναι και αυτά κάπως δικά μας. Πιστέψαμε πως το δημόσιο σχολειό πρέπει να είναι ένα μέρος όπου η ανθρωπιά ανθίζει και δένει φρούτα, από εκείνα που γλυκαίνουν τη ζωή και κάνουν τον κόσμο κατοικήσιμο. Και έτσι πορευτήκαμε.
Η μόνη συνδιαλλαγή που είχαμε με το πολιτικό και επαγγελματικό σύστημα ήταν ρήξεις. Και αρνήσεις. Δε γίναμε στελέχη πουθενά, δεν ωφεληθήκαμε σε τίποτε, δε γίναμε πελάτες κανενός, δε φοροδιαφύγαμε δεκάρα, δε λουφάραμε, δεν κάναμε ιδιαίτερα μαθήματα και δεύτερη δουλειά, δεν πήραμε ποτέ κανενός είδους δάνειο, δε μετακομίσαμε, δεν αποκτήσαμε έπιπλο κουζίνας, εξοχικό, σκάφος, δευτερότριτο αυτοκίνητο, τζιπ και πιστωτικές. Μπορούσαμε. Δεν το θεωρήσαμε συμβατό με την πραγματικότητά μας.
Το φθινόπωρο του 2006 απεργήσαμε για έξη εβδομάδες με πόνο και περηφάνια. Οι γονείς του σχολείου διαμαρτύρονταν γιατί χάνονταν μαθήματα. Δεν είχαν απεργήσει ποτέ. Από το σύλλογό μας ήμασταν δεκαέξι άνθρωποι αυτοί που άντεξαν και δεν έσπασαν την απεργία. Οι υπόλοιποι είχαν δάνεια.
Σήμερα απεργούμε. Τα παιδιά μας, τα βιολογικά, λένε στους φίλους τους ότι είναι παιδιά απεργών. Τα άλλα, τα ξένα, μάθανε το πρώτο γράμμα, το άλικο, και τι σημαίνει θυμός. Οι γονείς ακόμη διαμαρτύρονται. Αλλά δεν απεργεί κανείς. Οι συνάδελφοι εξακολουθούν να έχουν δάνεια.
Ο κόσμος που περιμένει τα παιδιά τους δεν είναι κατοικήσιμος Ο κόσμος που περιμένει και τα δικά μου παιδιά δεν είναι κατοικήσιμος. Δεν τον έφτιαξα εγώ. Το πρόβλημα είναι ότι δε μπορώ ούτε και να τον αλλάξω.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Όταν πέφτουν καρχαρίες

Πώς θα σας φαινόταν αν ο προπονητής του Ολυμπιακού έπαιζε 100 εκατομμύρια στο Προ-Πο, ποντάροντας στην ήττα και τον υποβιβασμό της ομάδας του και συνιστώντας στους φίλους του να κάνουν το ίδιο; Τι θα έκαναν οι οπαδοί των Ερυθρολεύκων σε έναν τέτοιο προπονητή;
Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι κάνει η τράπεζα Goldman Sachs, κύριος σύμβουλος επί σειρά ετών των Eλληνικών Kυβερνήσεων σε θέματα χρέους και ιδιωτικοποιήσεων, προνομιακός συνομιλητής των Πρωθυπουργών και από τους κύριους Διαχειριστές του Δημόσιου Χρέους μας. Με το ένα χέρι, η Τράπεζα κερδίζει δισεκατομμύρια από τις “Συμβουλές” της και τη «Διαχείριση του Χρέους» της χώρας μας και με το άλλο, «Παίζει» και «Ποντάρει» στην Αγορά των Στοιχημάτων (CDS) στη… Χρεωκοπία της Ελλάδας! Το παιγχνίδι παίζεται σε στενή συνεργασία με το κερδοσκοπικό Hedge Fund του Paul Paulson, που κέρδισε του κόσμου τα λεφτά στην κρίση του 2008. (...)

Ολόκληρο το κείμενο εδώ. Για να μάθουμε, επιτέλους, γιατί πολεμάμε.

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Dansons la Carmagnole





Ήταν γυναίκες, Παριζιάνες και φτωχές. Όταν στήνονταν η καρμανιόλα, έπαιρναν την κάλτσα τους και κάθονταν ένα γύρω, καγχάζοντας και μετρώντας πόντους και κεφάλια που έπεφταν στο καλάθι. Τις ονόμασαν tricoteuses και έμειναν συνώνυμα της φρίκης.
Έβαλε σ' αυτό το χεράκι του και ο Ντίκενς, με την "Ιστορία των δύο πόλεων" και το χαρακτήρα της μέγαιρας Μαντάμ Ντεφάρζ. Η tricoteuse Τερέζ Ντεφάρζ χορεύει την "Καρμανιόλα", επικεφαλής του όχλου των γυναικών στη συνοικία του Αγίου Αντωνίου και έχει για υπαρχηγό μια άλλη πλέκτρια, την Εκδίκηση. Όταν τη ρωτούν τι πλέκει, απαντά "σάβανα". Είναι η ενσάρκωση της Ατρόπου, της τρίτης και θανατερής Μοίρας που, κόβοντας την κλωστή, αποφάσιζε για τη ζωή και το θάνατο. Κατατρέχει αλύπητα τους ευγενείς Εντρεμόντ για τα πάθη της δικής οικογένειας, αλλά το μένος της της στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων. Οι πράξεις της δε "νομιμοποιούνται" από το συγγραφέα και την οδηγούν στο δικό της όλεθρο, αντίθετα με την ηθική δικαίωση των ευγενών που κερδίζουν το φωτοστέφανο των μαρτύρων.

Είναι πρωί θαυμάσιο, τρέχω για το σχολείο, ο ήλιος κόντρα. Στη δημοκρατία της μεζονέτας δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, η γωνιά ενός σπιτιού βγαίνει στη μέση του δρόμου. Ένας γνωστός έρχεται από απέναντι, γελάει και φοβάται:
- Αυτό το σημείο είναι καρμανιόλα.
Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ:
-Όλα είναι καρμανιόλα, και πάει έφυγε από το στόμα μου και πάει να συναντήσει τη λαϊκή μαινάδα που χάθηκε μέσα στο εύδαιμον κοινό του Λαζόπουλου, στις γεμάτες εκκλησίες και στη σιωπή των νοικοκυρέων. Ο άντρας της, ο ταβερνιάρης Ντεφάρζ, έγλειψε για να διοριστεί, έκανε αυθαίρετο στην Ποτίδαια και γαμπρό προποτζή. Τα εγγόνια τους οδηγούν σμαρτάκια στις καφετέριες της Καλαμαριάς. Κανείς δεν πλέκει σάβανα.
Λοιπόν, χορέψετε τη Καρμανιόλα. Χορέψετε, την ώρα που θα την ανεβαίνετε.


LinkWithin

Related Posts with Thumbnails