Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Με παρατηρητήρια δε βάφουν αβγά


Τα μέτρα ψηφίστηκαν. Salus patriae suprema lex, esto. Έστω.
Αλλά, για σταθείτε. Ποιας πατρίδας; Ποια είναι η πατρίδα μας; Τι είναι η πατρίδα μας; Είναι ίδια η πατρίδα που υπηρέτησα σαν το πιστό σκυλί τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια με την πατρίδα του διπλανού μου λαμόγια, που μπορεί να είναι ο κουμπάρος μου, ο γείτονας, ο φίλος; (Τη σιχαίνομαι τη λέξη τούτη, όχι για το νόημά της αλλά για την ανάγκη που την έκανε μόδα. ) Με την πατρίδα του κλεφταρά εργολάβου μήπως, η ίδια είναι; Με του γιατρού που βγάζει τα έξοδα του ιδιωτικού για το γιο του από τα βιβλιάρια του δημοσίου; Με του Investement Group, τι λέτε, είναι η ίδια;
Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα τόσο ξεκάθαρη ταξική αίσθηση. Και, πιστέψτε με, ποτέ, μα ποτέ δεν πίστεψα ότι είμαι κάτι περισσότερο από αυτό που έλεγε το εκκαθαριστικό του δεκαπενθήμερου. Και πάντοτε συμπεριφέρθηκα αναλόγως.
Τώρα πρέπει να επιδείξω γενναιότητα και αυταπάρνηση, μου λένε. Τώρα πρέπει να ξελασπώσω την πατρίδα-φάντασμα. Να εμφανίσω πλεόνασμα πατριωτικής ηθικής και εργατικότητας. Να ξεχάσω πως με τιμωρούν για τον πρότερο βίο μου και να ματώνω εξακολουθητικά, για πάντα.
Να μου έδιναν τουλάχιστον μια - σχετική- ικανοποίηση; Να μάθαινα ποιοι κατασπάραξαν το δημόσιο πλούτο και ποιοι υποθήκευσαν το μέλλον των παιδιών μου; Με το όνομά τους, παρακαλώ και την ακριβή τοποθεσία του σωφρονιστικού καταστήματος που θα τους φιλοξενεί.
Ας μη μου έλεγε, Σαββατιάτικα, η κυρία υπουργός ότι στην ακριβότερη και πιο διεφθαρμένη χώρα της Ευρώπης έχει δημιουργηθεί παρατηρητήριο τιμών, επιτροπή ανταγωνισμού και ασπιρίνη για τον καρκίνο. Ας μη μετριόνταν η γενναιότητά τους με διαπιστώσεις. Αλλά με ρήξεις.
Μου λένε λοιπόν ότι τώρα πρέπει να δουλέψω για την πατρίδα. Δε μπορώ να τους πείσω ότι για τη ρημάδα δούλευα, έτσι κι αλλιώς. Δε θα με πιστέψουν. Ίσως γιατί - κατά βάθος- απλώς υπερασπιζόμουν την προσωπική μου ηθική , απέναντι στην καθημερινή χυδαιότητα.
Και τώρα, γύρω μου, βλέπω αυτήν την ίδια χυδαιότητα ατιμώρητη, θριαμβεύουσα.
Πάνω από το τυμπανιαίο και ωδοδός πτώμα της "πατρίδας" κλαίνε οι χήρες, κλαίνε και οι παντρεμένες. Μόνο που το πράττουν με υποκριτική υπερβολή, σαν τη Βλαχοπούλου στην "Παριζιάνα". Από μπροστά μαύρο ρέλι στο μαντηλάκι και μαύρο φουστάνι κλειστό ως το λαιμό. Και πίσω όλη η πλάτη έξω, να φαίνεται μέχρι κάτω, μέχρι το βρακί. Μόνο που κι αυτό είναι υποθηκευμένο στην τράπεζα.

1 σχόλιο:

anthupodaskala είπε...

Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι.
Στον αφέντη χαρά που τους λανσάρει!
και ποιά είναι τα σωστά, ποιά τα μεγάλα
που την ορμή τους δίνουν και τη χάρη;
Πρόδότες οι Τρικούπηδες; κρεμάλα!
Και οι Ψυχάρηδες; Γιούχα! πλερωμένοι!
Να, η Ελλάδα! Αρσακιώτισσα δασκάλα!
με λογιώτατους παραγιομισμένη.
Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; κουκούτσι!
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,
του ναργιλέ κρατώντας το μαρκούτσι.
(Κ.Παλαμάς)

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails