Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Δώρα πτερόεντα

`
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1851 - 1911
(φωτογραφία του Γεωργίου Χατζόπουλου,1908, Αρχείο Merlier)


Ήταν 54 χρονών, την Πρωτοχρονιά του 1911. Πίσω επιτέλους στο νησί, φτωχός όπως ήταν όταν έφυγε.Υπέροχα πτωχαλαζών για να μπορέσει να πλουτίσει από τα γραφτά του.Άρρωστος.Οι χαμοκέλες της Αθήνας, το σπίρτο και η μοναξιά κάνανε καλά τη δουλειά τους. Οι αδελφές , οι ίδιες που αργότερα φωτογραφίζονταν μαραζωμένες, με τα χέρια υπομονετικά σταυρωμένα πάνω στις "φουστάνες", ανύπαντρες ακόμη,και για πάντα.
Τι αίσθηση να είχε ; Ανεκπλήρωτο; Ήττα; Το 1904 ακόμη έλπιζε.
Το ΄08 που γιορτάζουν την εικοσαπενταετηρίδα του αυτός έχει γείρει το κεφάλι. Δεν εμφανίζεται στη βραδιά του "Παρνασσού". Που κοιτά; Τα ρόδινα ακρογιάλια του νησιού ή το φάντασμα της υστεροφημίας;
Την ίδια χρονιά επιστρέφει οριστικά στη Σκιάθο. Ο Άγιος Ελισσαίος, το σπίτι του Νικόλα και της Πολυξένης Μπούκη, το καπηλειό του Καχριμάνη ξεμακραίνουν .Ένας ξεπεσμένος δερβίσης χώνεται οριστικά στο σκάμμα του τρένου στο Θησείο.
Ωστόσο και από το νησί γράφει, μεταφράζει και δημοσιεύει. Μέχρι να κατέβει ο άγγελος την Πρωτοχρονιά. Ο ίδιος να ήταν που μοίραζε και τα πτερόεντα δώρα; Ξέρετε, αυτός που στο τέλος δίπλωνε τα φτερά του κι έφευγε λυπημένος κι απογοητευμένος από τους ανθρώπους. Μακάρι να μάζεψε γαλήνη κάτω από τις φτερούγες του όταν στάθηκε στο χαμηλό γιατάκι του παπαδόσπιτου και περίμενε. Ξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου του 1911.

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2007

Αγάλματα

`
Ήταν η δεύτερη φορά που ανηφόριζε την Πλάτωνος, πίσω από το Πειραματικό, για τον ίδιο λόγο. Σχεδόν ευχόταν να βρει σκοτεινό το μικρό ισόγειο με την ξύλινη τζαμαρία, όπως είχε γίνει την περασμένη εβδομάδα. Τότε είχε νιώσει μια σχετική ανακούφιση, αλλά να την πάλι εκεί μπροστά, με το χέρι στη μπετούγια.
Είχε κόσμο μέσα. Έσπρωξε και μπήκε. Στενό, μικρό μαγαζάκι, το αφόρητο κάψιμο αρχαίας ηλεκτρικής θερμάστρας στην είσοδο. Οι μαζεμένοι φρόντιζαν να κάθονται στο βάθος, λίγες καρέκλες γύρω από ένα γραφείο και λευκά κεφάλια. Χαμογέλασε στην απορία τους και συστήθηκε.
Την θυμήθηκαν. Την καλοδέχτηκαν. Στους τοίχους φωτογραφίες. Ο Άρης στην κλασική πόζα, καθιστός με στολή, κορνιζαρισμένα αποκόμματα εφημερίδων, αφίσες. Κι απέναντί της, έτσι όπως την έβαλαν να καθίσει, η φωτογραφία του συνονόματου, όνομα κι επίθετο ίδια, οι καταλήξεις να διαφέρουν. Η ίδια και στο σαλόνι του πατρικού, η μάνα ακόμη αλλάζει το νερό στο βάζο εκεί μπροστά κάθε πρωί.
Με δυο λόγια το σκοπό της επίσκεψης τον είπε. Άλλον από εκείνον που είχε στο μυαλό της. Και απέφευγε να κοιτάει τον τοίχο απέναντι. Ο γιος της, τώρα που ζύγωνε να αντροπατήσει... Το ίδιο μακρύ, αδύνατο πρόσωπο, το σκούρο βλέμμα. Ο άλλος κοίταζε από την κορνίζα του, με την πυρέσσουσα ματιά του καιρού που τον έστησε στον τοίχο του Επταπυργίου. Πότε ήταν; Στον εμφύλιο βέβαια, αλλά πότε; Καταραμένη μνήμη, ο πατέρας κάποτε τα έλεγε, έπρεπε να τα είχε συγκρατήσει τότε...
Ήταν ευγενικοί και λίγο ξαφνιασμένοι μαζί της. Εκτός από τη μυρουδιά της ιστορίας έπιανε και τη μυρουδιά των γηρατειών που αρνούνταν να μετανιώσουν. Και γιατί να μετανιώσουν; Μέσα της έλπιζε να μη νιώθουν ούτε μετάνοια, ούτε πικρία, ούτε τίποτε. Και να μαζεύονται εκεί, κάτω από τα κάδρα των εκτελεσμένων, όπως οι άλλοι παππούδες κάθονται στα καφενεία κάτω από χάρτες της Ελλάδας και ημερολόγια αθλητικών συλλόγων της γειτονιάς. Μια στάλα γραφικοί, λίγο πεισματάρηδες, παππούδες τελοσπάντων. Μικρές συντάξεις, γκρι παντελόνια, να μετράνε τις αποδημίες φίλων, γειτόνων και συμμαθητών.
Ήταν έτοιμη να σηκωθεί. Το πρόσχημα της επίσκεψης δε βάσταγε άλλο. Χώρια που ένιωθε λίγο παρείσακτη, σαν κάτι να είχε διακόψει η είσοδός της. Έμοιαζε με διαμαρτία της κανονικής ροής του χρόνου , σ' εκείνο το νοικιασμένο μαγαζάκι όπου κατοικούσαν αναμνήσεις και αυτονόητες σταθερές . Τότε ο πρόεδρος άρχισε να παινεύει την οικογένεια. Το βαρύ το τίμημα, η πίστη, το καθήκον. Δεν κρατήθηκε άλλο. Άγαρμπα κομμάτι, το ξεφούρνισε:
- Δεν ξέρω σχεδόν τίποτε γι αυτά... Για τον μπάρμπα μου... κι έδειξε με το πηγούνι τον απέναντι τοίχο.
Απόρησαν. Τους εξήγησε.
- Δε μιλούσε πολύ ο πατέρας. Δεν το άντεχε. Μήπως... εσείς;
Πρώτη φορά δεν ήταν που προσπαθούσε να μάθει τι είχε γίνει τότε. Κι άλλοτε είχε ρωτήσει, συγκαιρινούς και συντρόφους, της ίδιας ομάδας. Στόματα κλειστά, υπεκφυγές, δικαιολογίες Το ίδιο ξανά. Οι παππούδες ανακάθισαν πιο κουμπωτά στις καρέκλες. Καναδυo βλέμματα ή έτσι της φάνηκε; Στο τέλος, αυτός που καθόταν δίπλα της, ανοίχτηκε λίγο:
-Ήταν ο θείος σου στην ΟΠΛΑ; Σε ποια ομάδα;
- Στην Άνω Πόλη έμεναν, στο Καφέ Κουλέ.
-Α, εγώ ήμουν στο Διοικητήριο...
Παράξενη αίσθηση. Ο θαλερός, τακτοποιημένος γέροντας, το καθαρό φτηνό πουκάμισο, το γλυκό χαμόγελο... Αυτός ήταν κάποτε αντάρτης πόλης; Έτσι γράφτηκε η ιστορία; Κι αυτή που νόμιζε...
Κάποιος άλλος ξερόβηξε. Ελαφριά αμηχανία.
- Ξέρεις κορίτσι μου... Οι συνθήκες τότε... Η συνωμοτικότητα.. Τρεις είχε κάθε ομάδα, κι άλλους δε γνώριζαν. Άμα χάθηκαν αυτοί, είναι δύσκολο να μάθεις.
Η ίδια δικαιολογία , πάντα. Άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους:
- Πόσος κόσμος ήταν τότε... Πάνε όλοι, θυμάστε βρε παιδιά, τον τάδε και τον τάδε, τότε που ρίξανε τη χειροβομβίδα στο καφενείο; Εκεί, στη γωνία Μητροπόλεως. Αλλά χτύπησε η άτιμη στο στύλο της ΔΕΗ, μεταλλικοί ήταν τότε, θυμάστε, και γλύτωσε το κάθαρμα ο ταγματάρχης τάδε...
Σηκώθηκε. Δεν ήταν για την ίδια αυτά. Ήταν δικά τους. Αυτή θα κρατούσε την εντύπωση όσων μαθαίνουν την ιστορία από δεύτερο χέρι και δυσκολεύονται να φανταστούν τα χρώματα του κόσμου πριν τα έγχρωμα φιλμ. Ή σαν αυτούς που ξινίζονται όταν μαθαίνουν πως τα αρχαία αγάλματα δεν ήταν πάλλευκα, μα παρδαλά, εξωφρενικά παρδαλά.
Καληνύχτισε. Η πόρτα που έκλεισε πίσω της μπορεί και να τακτοποίησε την κανονικότητα του χρόνου στο μικρό ισόγειο. Ή , πιο απλά, να την απομόνωσε από κανένα :
- Τι θέλει και σκαλίζει τώρα αυτή...
Διακόσια μέτρα παρακάτω, στην πατρική Πλάτωνος, η γειτονιά είχε μαζευτεί γιατί η αστυνομία έβγαζε, νεκρή από μέρες, τη γερόντισσα που έμενε μόνη της και κατέβαζε από το μπαλκόνι του διατηρητέου το καλαθάκι για να της βάλει ψωμί η φουρνάρισσα. Τα ίχνη από τα βλήματα του εμφυλίου ακόμη στους τοίχους, μόνο για όσους ήξεραν που να κοιτάξουν. Στο πάρκο της Αχειροποιήτου το Μετρό είχε ήδη σηκώσει αλουμινένια παραπετάσματα και φοβέριζε ότι "έπιασε δουλειά στη Θεσσαλονίκη".

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2007

Λιλίκες

Έτσι λέγαμε τα βιβλία τούτα με την αδελφή μου, τότε. Πότε; Ημερομηνία δεν υπάρχει, ούτε όνομα συγγραφέα. Μετάφραση από γαλλικό πρωτότυπο, φως -φανάρι. Η Λιλίκα στο βουνό, στη θάλασσα, στο δάσος κλπ, κλπ. Ολόκληρη σειρά, τα ζητούσαμε φαίνεται και οι γονείς μας τα προμήθευαν αδιαμαρτύρητα. Μερικά σώζονται, γλυκιές αναμνήσεις. Η Λιλίκα μία κούκλα, τρισχαριτωμένη, δυναμική,κοσμοπολίτισσα και ικανή. Όλο χαμόγελα κι ένα μέλλον μπροστά της όμορφο σαν ζωγραφιά. Σαν τις ζωγραφιές των βιβλίων της. Πρέπει να ήμουν εντελώς ταυτισμένη μαζί της. Θυμάμαι ότι ζητούσα από τη μάνα μου να με χτενίζει όπως χτενισμένη ήταν η Λιλίκα, κι εκείνη πανώβαζε. Βρε μπας και ήταν η Μπάρμπι των ΄60; Κι αν ήταν... χαλάλι της.!Δε ντρέπομαι να πω ότι ακόμη και σήμερα ψάχνω να δω σκυλί όμοιο με τον Παταπούφ. Ούτε ότι νιώθω ακόμη τη μακριά επίγευση εκείνης της ταύτισης. Χωρίς δε ενοχές, αγόρασα στη μικρή μου ένα χορταστικό corpus Λιλίκες που επανεκδόθηκε.
Και γιατί διάλεξα σήμερα τη Λιλίκα που πάει στο σχολείο; Μα γιατί είναι ακριβώς αυτή η επίγευση που κρατάει καμμιά σαρανταριά χρόνια τώρα. Η εντός μου Λιλίκα εξακολουθεί να πηγαίνει κάθε μέρα στο σχολείο και είναι η μόνη από τις ιστορίες της που έχει πάρει σάρκα και οστά. Ίσως όχι τόσο ρόδινη και αισιόδοξη, αλλά χειροπιαστή. Κάτι ήξεραν, τελικώς, οι μαμάδες του ΄60 που μας πάσαραν τα πρότυπα των καλών κοριτσιών...
(Αφιερωμένο στην doll, που με καλοδέχτηκε και που έκανε την αρχή με τη δική της Πολυάννα).

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2007

Ya basta!

Συζήτηση με τον Τζον Χολογουέι για τα κινήματα αντίστασης στη Λατινική Αμερική
Για έναν άλλο κόσμο, εδώ και τώρα!
ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ. ΙΟΣ e-mail
Ο Τζον Χολογουέι (John Holloway), καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Πουέμπλα του Μεξικού, έρχεται στην Ελλάδα για να μιλήσει σε ανοιχτή συζήτηση που διοργανώνει την ερχόμενη Πέμπτη η ομάδα ΑΛΑΝΑ.

Ο Τζον ΧολογουέιΣυγγραφέας, μεταξύ άλλων, και του βιβλίου «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Σαββάλας», ο Τζον Χολογουέι διερευνά τις προοπτικές μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής εμπνεόμενος από τα σύγχρονα κινήματα της Λατινικής Αμερικής με τα οποία το έργο του βρίσκεται σε συνεχή συνομιλία. «Να προχωρήσουμε ρωτώντας», προτείνει ο Χολογουέι, υιοθετώντας ένα εύγλωττο σύνθημα των ζαπατίστας. Στη σκέψη του, η προοπτική της ανθρώπινης χειραφέτησης προϋποθέτει τη διατύπωση νέων ερωτημάτων, τα οποία κλονίζουν τις παλιές βεβαιότητες και οδηγούν στην επεξεργασία καινοτόμων αναλυτικών εργαλείων που έρχονται να ανατρέψουν τις θεωρητικές κα πολιτικές επιλογές των «κλασικών» επαναστατικών κινημάτων. Η επεξεργασία εννοιών που ανανοηματοδοτήθηκαν από τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής (τυπικό παράδειγμα τα περιεχόμενα της «αξιοπρέπειας» όπως προτάθηκαν από το ζαπατίστικο κίνημα), η σημασία της πάλης ενάντια στον ετεροπροσδιορισμό, η αμφισβήτηση του ρόλου της πρωτοπορίας και η απόρριψη του μοντέλου της δι' εφόδου κατάληψης της εξουσίας, η επίπονη καθημερινή πάλη ως χειραφετητικό πείραμα συνιστούν ελάχιστα μόνο σημεία της ενδιαφέρουσας παρέμβασης του Χολογουέι, στην οποία ενσωματώνονται δημιουργικά τα οράματα, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εξεγερμένων της Λατινικής Αμερικής. Ζητήσαμε από τον Τζον Χολογουέι να μας μιλήσει για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και να μας σχολιάσει τις πολιτικές των κυβερνήσεων και τη δυναμική των κινημάτων: - Την εποχή αυτή γινόμαστε μάρτυρες μιας μείζονος αλλαγής στη Λατινική Αμερική, καθώς οι κυβερνήσεις εμφανίζονται να αμφισβητούν την αμερικανική κυριαρχία και να παίρνουν μέτρα κατά της κοινωνικής αδικίας. Υπάρχουν διαφορές στη στάση, την κοινωνική φυσιογνωμία και τις πολιτικές προοπτικές των κυβερνήσεων αυτών; Τζ. Χ.: Πιστεύω πως η Λατινική Αμερική είναι τη στιγμή αυτή ένα ιδιαίτερα συναρπαστικό μέρος, ζοφερό και συναρπαστικό συνάμα. Η πλέον προφανής εκδήλωση της πραγματικότητας αυτής, κυρίως για τον εξωτερικό παρατηρητή, είναι η άνοδος των αριστερών κυβερνήσεων, αλλά οι κυβερνήσεις αυτές είναι τα αντιφατικά αποτελέσματα κατά πολύ βαθύτερων διεργασιών πάλης: Η εξέγερση της 19ης και 20ής Δεκεμβρίου 2001 στην Αργεντινή οδήγησε στην πτώση της δεξιάς και, ενδεχομένως, στην εκλογική νίκη του Κίρχνερ, οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Βολιβία, αρχικά στον Πόλεμο του Νερού και στη συνέχεια στον Πόλεμο του Αερίου, οδήγησαν στην εκλογή του Εβο Μοράλες, τα χρόνια της πάλης του κινήματος των ακτημόνων και των συνδικάτων στη Βραζιλία οδήγησαν στην επιτυχία του Λούλα, τα χρόνια της πάλης και της δυσαρέσκειας στη Βενεζουέλα οδήγησαν στον Τσάβες, κ.ο.κ. Και στο Μεξικό, όπου έχουμε μια νέα και εξαιρετικά καταπιεστική δεξιά κυβέρνηση, οι αγώνες της Οαχάκα, των ζαπατίστας και άλλων πολλών κινημάτων παρά τρίχα να οδηγήσουν στην εκλογή του Λόπες Ομπραδόρ. Από αυτόν το μεγάλο αναβρασμό πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε, κι όχι από τις κυβερνήσεις -από την πλημμυρίδα αυτή της πάλης που είναι μια απάντηση στη ζοφερή κατάσταση της ηπείρου. Οπως και σε άλλα σημεία του πλανήτη, αλλά ίσως με μεγαλύτερη ένταση εδώ, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός των τελευταίων είκοσι πέντε χρόνων σήμανε έναν τρομακτικό αφανισμό της ζωής, της ζωής των ανθρώπων αλλά και του κόσμου των ζώων και των φυτών. Εκατομμύρια ανθρώπων οδηγήθηκαν στην ακραία φτώχεια και είδαν τις κοινότητές τους και τις παραδόσεις τους να καταστρέφονται. Γι' αυτό το "Ya basta!" των ζαπατίστας είχε τόσο βαθιά απήχηση, και γι'αυτό τούτη η πλημμυρίδα αγώνων με τις πολλές και διαφορετικές μορφές σε τόσα σημεία της ηπείρου. Από τη σκοπιά των κοινωνικών αγώνων πρέπει επομένως να αντιμετωπίσουμε τις νέες αριστερές κυβερνήσεις και, πράγματι, θα εντοπίσουμε σοβαρές διαφοροποιήσεις. Ο Κίρχνερ στην Αργεντική, για παράδειγμα, είναι ένας επαγγελματίας πολιτικός αρκετά ευφυής ώστε να αναγνωρίσει ότι μετά την εξέγερση του 2001 έπρεπε να γίνουν αλλαγές στο πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλαγές τουλάχιστον επιφανειακές: έτσι, υιοθετώντας μια σκληρή γραμμή απέναντι στα υπολείμματα της δικτατορίας, κέρδισε με το μέρος του τις Μητέρες της Πλατείας Μαΐου, ταυτόχρονα όμως ποινικοποίησε τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία των κοινωνικών κινημάτων. Πολύ διαφορετική είναι η περίπτωση του Εβο Μοράλες στη Βολιβία, καθώς αυτός προήλθε από το μεγάλο κοινωνικό κίνημα των αυτοχθόνων που ανέτρεψε τους προηγούμενους προέδρους και θέτει σε εφαρμογή σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, μόνο που και εδώ ακόμη παρατηρείται μια διάλυση των κοινωνικών αγώνων. Η κυβέρνηση ενεργεί για λογαριασμό του λαού, ενώ πριν από δύο χρόνια ο λαός δεν χρειαζόταν κανέναν να ενεργεί εκ μέρους του, ενεργούσε μόνος του.

Στιγμιότυπο από το ξεκίνημα της περσινής πορείας των ζαπατίστας στην κοινότητα της Γκαρούτσα στην ΤσιάπαςΟ Λούλα στη Βραζιλία προήλθε κι αυτός από το κίνημα και αρχικά υπήρξε πηγή μεγάλης ελπίδας, ήδη όμως έχει μεταβληθεί σε πηγή μεγάλης απογοήτευσης. Και είναι και ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, σαφώς η πλέον ενδιαφέρουσα από τις αριστερές αυτές κυβερνήσεις, κι αυτό γιατί η κυβέρνησή του συνεχίζει να μας εκπλήσσει, καθώς αποδεικνύεται περισσότερο ριζοσπαστική απ' ό,τι αναμενόταν. Υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα που συμβαίνουν γύρω από την κυβέρνηση Τσάβες (όπως και από ορισμένες άλλες από τις αριστερές κυβερνήσεις), μόνο που το κατά πόσον θα υπάρξει μια πραγματικά βαθιά αλλαγή στη Βενεζουέλα δεν θα εξαρτηθεί από την κυβέρνηση αλλά από το κίνημα γύρω της και την ικανότητά του να αντισταθεί στη γραφειοκρατικοποίηση.- Εντέλει, ποιος είναι ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική; Με άλλα λόγια, πώς τα κινήματα αυτά επηρεάζουν, στηρίζουν ή αντιμάχονται τις κυβερνήσεις στην περίπτωση της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας και του Εκουαδόρ;Τζ. Χ.: Κατά κάποιον τρόπο απάντησα ήδη στην ερώτησή σας. Δεν μου πολυαρέσει ο όρος 'κοινωνικά κινήματα', γιατί τείνει να απεικονίσει τα κινήματα αυτά ως μέρος του πολιτικού συστήματος, ενώ εκείνο που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι τα κινήματα αυτά δεν αποτελούν μέρος του συστήματος. Προτιμώ να τα στοχάζομαι σαν κινήματα αντίστασης ή κινήματα εξέγερσης. Κινήματα εξέγερσης, αλλά κινήματα που επιχειρούν μια αρκετά αποφασιστική τομή με τα παλιά επαναστατικά κινήματα της περασμένης τριακονταετίας, όχι τόσο ως προς το στόχο τους να δημιουργήσουν μια άλλη κοινωνία.Εκείνο που είναι συναρπαστικό όταν συζητάμε για τη λατινοαμερικάνικη πολιτική είναι ότι δεν μιλάμε απλώς για τα λατινοαμερικάνικα πολιτικά πράγματα. Υπάρχει εδώ μια εκπληκτική αίσθηση ότι πρόκειται για μια πηγή συναρπαστικών ιδεών και πρακτικών, πηγή και τόπος συνάντησης. Αυτό που δοκιμάζουν στις κοινότητές τους οι ζαπατίστας με τα Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης, ό,τι έγινε και γίνεται στη Βολιβία και το Εκουαδόρ, το κίνημα των ακτημόνων στη Βραζιλία, οι πικετέρος στην Αργεντινή, όλα αυτά είναι εξαιρετικά δημιουργικά και στάθηκαν πηγή έμπνευσης για κινήματα αλλαγής σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ριζικά για να υπάρξει πιθανότητα να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος, και η πραγματική ελπίδα για αλλαγή αναδύεται σήμερα έμπρακτα στη Λατινική Αμερική.- Στο έργο σας αναφέρεστε συχνά στο κίνημα των ζαπατίστας ως ένα κίνημα που παλεύει εναντίον της εξουσίας, όχι για την εξουσία. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ζαπατίστας επινόησαν μια νέα πολιτική της αντίστασης, καθώς και νέες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης;Τζ. Χ.: Το πρόβλημα της εξουσίας είναι στην καρδιά της συζήτησης για την πολιτική της αριστεράς στη Λατινική Αμερική, αλλά και σ' ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχουν πολλές ομάδες που συνεχίζουν να σκέφτονται με όρους κατάληψης της εξουσίας και προσβλέπουν στον Τσάβες και στον Εβο Μοράλες (και, προφανώς, στον Φιντέλ) προκειμένου να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα κατά πολύ ριζοσπαστικότερο κίνημα που λέει καθαρά "όχι, δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία, δεν θέλουμε να διοικούμε άλλους, ο μόνος τρόπος για να γκρεμίσουμε πραγματικά τον καπιταλισμό είναι να το κάνουμε μόνοι μας, εμείς οι ίδιοι να αναλάβουμε τον έλεγχο της δικιάς μας ζωής". Ετσι προέκυψαν το μεγαλειώδες «Ya basta!» ("Φτάνει πια!") των ζαπατίστας και το "Que se vayan todos!" ("Να φύγουν όλοι!") της αργεντινής εξέγερσης. Δεν είναι τόσο ότι οι ζαπατίστας επινόησαν μια νέα πολιτική της αντίστασης όσο ότι είναι αυτοί που αρθρώνουν με τον πλέον θαυμαστό τρόπο τη νέα αυτή πολιτική που αναβλύζει από παντού. Ναι, πρόκειται για μια νέα πολιτική όχι μόνον αντίστασης, αλλά και εξέγερσης. Και συνάμα μια νέα μορφή πολιτικής εκπροσώπησης που λέει "όχι εκπροσώπηση -εμείς οι ίδιοι θα αποφασίσουμε και θα πράξουμε". Εξουσία και χρόνος: ο χρόνος είναι το άλλο μείζον διακύβευμα. Το να πεις, δηλαδή, πως δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία σημαίνει ότι δεν θα περιμένουμε να καταλάβουμε την εξουσία, η επανάσταση είναι εδώ και τώρα, η μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων είναι εδώ και τώρα. Οι ζαπατίστας, οι ακτήμονες της Βραζιλίας, οι πικετέρος της Αργεντικής δεν ζητούν την άδεια και δεν περιμένουν από κανέναν να κερδίσει τις εκλογές για να αρχίσουν να δημιουργούν έναν άλλο κόσμο, εδώ και τώρα.* Η ανοιχτή συζήτηση με τον Τζον Χολογουέι θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 1 Μαρτίου στις 7 μ.μ. στο Πολυτεχνείο (αίθουσα ΜΑΧ).Ευχαριστούμε την ομάδα ΑΛΑΝΑ (Για τις Αντιστάσεις και τα Κινήματα στη Λατινική Αμερική) για τη συνεργασία της στο σημερινό δημοσίευμα.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ : sobraluz

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2007

Κατάρες

Είναι καταραμένη (κατά Πετεφρή) η Θεσσαλονίκη; Όπως λέμε καταραμένος ποιητής ή καταραμένη αίθουσα στην Όπερα του Παρισιού ; Και ποιος την έριξε αυτήν την κατάρα; I put a spell on you. Ίσως οι αναμνήσεις να είναι κατάρες από μόνες τους. Πως το έλεγε ο Μαρκές; Η νοσταλγία είναι μια παγίδα που στήνει το παρελθόν μας για να το αντέχουμε.
Μήπως οι παλιές φωτογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο από μια χαραμάδα στιγμής που άνοιξε για να τη βλέπουμε, έκλεισε και τώρα κάπου αλλού συνεχίζει να υπάρχει με όλους που φαινόμαστε σ΄αυτήν, ερήμην μας; Τι θα γίνει αν κάποτε βρούμε μπροστά μας τις παλιές μας υπάρξεις, να έχουν συνεχίσει τη ζωή τους-ζωή μας; Θα μας ζητήσουν λογαριασμό; Ή θα πρέπει θυμωμένα να τις ρωτήσουμε γιατί μας στοιχειώνουν έτσι;
Κάποτε πίστευα ότι ο κόσμος ήταν ασπρόμαυρος, μέχρι να επινοηθούν οι έγχρωμες φωτογραφίες. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να το φανταστώ. Σε πείσμα του ότι σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από τα παιδικάτα μου είναι ασπρόμαυρες.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

Σάββατο βράδυ

Η συνηθισμένη βραδυνή κατάδυση στο κέντρο της πόλης. Τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς, σχετική ερημιά, άδειοι δρόμοι. Που πηγαίνουν όλοι; Στο πεζοδρόμιο της Εγνατίας ανάκατα μπαγάζια, σανίδες του χιονιού. Προσπερνάω ,τραβώντας για τα χιόνια του πατρικού μου. Η μάνα στην καρέκλα, αμίλητη πια. Πιο πολύ μιλάω με την ξένη που είναι μαζί της.
Ανοίγω ντουλάπια. Άλλη κατάδυση αυτή. Πετάω, καθαρίζω.Tο πτυχίο μου, ξεχασμένο στην κορνίζα του καναδυο δεκαετίες. Ίσως άξιζε περισσότερης προσοχής. παρακάτω ο μαύρος χαρτοφύλακας του πατέρα. Τα χέρια μου μέσα στη σκόνη κίτρινων χαρτιών. Η ζωή του που έφυγε και παράδοξα είναι ακόμη εδώ. Ο φάκελος της αλληλογραφίας του με το δικηγόρο της Αθήνας που κατάφερε να του βγάλει τη σύνταξη το ΄87, όταν αναγνωρίστηκε η απόλυσή του από τον ΟΤΕ στον εμφύλιο. Τα εισιτήρια της British Airways του ΄76, όταν κουβάλησαν, με τη μάνα άρρωστη, την ελπίδα τους στο Λονδίνο. Μαζί και ο χάρτης της πόλης που γύρναγε όταν την άφηνε στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Τοπογραφικά, συμβόλαια, διαβατήρια, βιβλιάρια, αποδείξεις μιας ζωής. Τα έγγραφα του κοιμητηρίου που κήδεψε την έρημη την ξαδέλφη του. ( Τώρα έγγραφα τέτοια κι ο ίδιος) Τα φύλαγε όλα. Τα φυλάμε όλοι. Με τη γνώση ή με την ελπίδα μήπως, ότι κάποια χέρια θα μας αγγίξουν μια φορά κι εμάς , χαρτιά πλέον. Και τότε; Stat roza pristina nomine, nomina nuda tenemus.

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2007

Εδώ είμαστε!




Ήταν στα μέσα του '7ο κι εγώ στην αρχή μιας ερημιάς που τη λένε κι εφηβεία, άμα κάποτε τελειώσει. Η Θεσσαλονίκη της αγάπης και της πλήξης μου δεν είχε ακόμη βαπτιστεί από τα ΜΜΕ πόλη "ερωτική". Όσο για τους "ρυθμούς" της δεν νομίζω ότι καταλάβαινα άλλους από κείνους του σώματος που πάλευε να ξεγελάσει τη μπλε ποδιά.
Σχολειό, το Γ΄Θηλέων. Κι επίσης βιβλιοπωλείο λίγο πιο πάνω στην Καρόλου Ντηλ, απέναντι από τον ΟΤΕ. Το θυμάμαι αμυδρά το μαγαζί, μάλλον μικρό για τα τωρινά. Τότε, φαντάζομαι, θα ακούγονταν φυσιολογική η ανάσα των βιβλίων στα ράφια ,το κύρος της "Δομής" και της σειράς "Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων".
Θυμάμαι αμυδρά και τη μορφή του βιβλιοπώλη. Άντρας ψηλός,ντυμένος στα μαύρα.Αλλά τα χέρια του τα θυμάμαι καλά. Α, πώς τα θυμάμαι... Μακρυά δάχτυλα, λευκά.
Παράξενο, γιατί να θυμάμαι τα δάχτυλα; Ίσως γιατί στο διάλειμμα χάζευα την " Ταφή του κόμητος του Οργκάθ", κορνιζαρισμένη στο δεύτερο όροφο του σχολείου, αριστερά στο διάδρομο. Σε τι με καλούσε το παιδάκι με τη μαύρη φορεσιά, το λευκό κολάρο και την αέρινη χειρονομία; Αργότερα έμαθα να το λέω Γιώργη-Μανουήλ.
Εκεί, σε αυτόν τον άντρα, με οδηγούσε ο πατέρας καθ' οδόν από το σχολείο για το σπίτι. Ανυποψίαστη πατρική φροντίδα.
Είχα το ελεύθερο να πάρω όποιο βιβλίο ήθελα κι εγώ ζητούσα επίμονα από τη σειρά "Γαλάζια Βιβλιοθήκη". Εκείνος χαμογελούσε συγκαταβατικά, έλεγε ότι δεν ήταν καλή η έκδοση και πρότεινε κάτι άλλο. Κι εγώ με το κρυφό καμάρι της εκκολαπτόμενης διανοούμενης απαντούσα ότι το είχα διαβάσει. Τη δεύτερη ή τρίτη φορά που επαναλήφθηκε το ίδιο, ο ιδαλγός φανέρωσε ευχαριστημένος την έκπληξή του λέγοντας :'' Μα κι αυτό το διάβασες;'' κι εγώ πια ένιωσα να πετάω.
Από τα χέρια αυτά διάβασα το πολυαγαπημένο "Εδώ είμαστε", δηλαδή το "Captains Courageous" του Κίπλινγκ, διάφορα άλλα της περιβόητης "Γαλάζιας Βιβλιοθήκης" και έναν εξαιρετικό πανόδετο ''Τομ Σώγιερ" του Ηριδανού με ημερομηνία 1975. Φαίνεται ο μέντοράς μου στο τέλος με έπεισε να ξεκολλήσω από τις φτηνές εκδόσεις. Στην πρώτη σελίδα υπάρχει και η σφραγίδα του μαγαζιού: " Βιβλιοπωλείο Μαρία Σαμαρά Καρόλου Ντηλ 28".
Το βιβλιοπωλείο έχει πάψει από χρόνια να υπάρχει. Ο ιδαλγός χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, μόνο με χέρια, είχε από τότε πεθάνει. Σήμερα στο ίδιο μέρος πουλούν κάτι ρούχα ακατανόητα, όχι πάντως μαύρα.
Στο δεύτερο όροφο του σχολείου ανέβηκα πέρσι με τα παιδιά μου. Η ταφή του Κόμητος δεν υπήρχε. Στη θέση της, στο διάδρομο, είχαν μπει lockers, για τα πράγματα των παιδιών. Στο ισόγειο ήταν φύλακας ο γιος ενός παλιού μου καθηγητή, που κοροϊδεύαμε για το παράξενο επίθετο που συμφωνούσε με την παράξενη μύτη του. Μας άφησε να βολτάρουμε.
Όσο για την αφεντιά μου... Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το πρώτο καθήκον μιας διανοούμενης είναι η πνευματική γοητεία. Αναγκαστικά πλέον.
Ο γιος μου έχει τώρα την παλιά μου ηλικία και έχει διαβάσει τον ίδιο "Τομ Σώγιερ". Θα πρέπει να τον δώσω και στη θυγατέρα. Ή , καλύτερα, να την αφήσω να ψάξει να βρει το δικό της ιδαλγό. Για να μάθω κι εγώ τι απέγιναν.
Και πάντως, να πάρει η ευχή, "Εδώ είμαστε"!

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails