Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Σήκω - σήκω, κάτσε - κάτσε

Η Β. είναι μια γυναίκα λίγο μετά τα 50 της. Ήρθε με τα πόδια από το Ελβασάν, πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, σέρνοντας μαζί της τρία μικρά παιδιά. Σήμερα και τα τρία  είναι πτυχιούχοι της τριτοβάθμιας και κατοικούν ανάμεσα Σαλονίκη, Τίρανα και Κωνσταντινούπολη.
 Η ίδια της κάποτε χειρίζονταν  τα δοξασμένα κινέζικα μηχανήματα  στον αλβανικό ΟΤΕ και αγαπούσε τόσο τα μαθηματικά που δε διστάζει ακόμη και σήμερα  να σκύψει πάνω από τα βλαστάρια μου την ώρα που διαβάζουν και να τους  κάνει τις διορθώσεις.
Εδώ και οχτώ χρόνια έρχεται στο σπίτι μας, μια φορά τις δεκαπέντε και κυριολεκτικά το εγείρει.  Οι ατελείωτες  ώρες που έχουμε περάσει μαζί πάνω από σφουγγαρόπανα και απορρυπαντικά μας έχουν κάνει και τις δυο κάπως σοφότερες. Αίφνης, από τη Β. έμαθα ότι "κουρμπέτι" σημαίνει ξενιτιά και πως το ασφαλέστερο μέρος μέρος για να κρύψεις το μεροκάματο, όταν γυρίζεις με το  λεωφορείο, είναι κάτω από τον πάτο του παπουτσιού σου.  Από μένα έμαθε γιατί η εθνική φορεσιά της Ελλάδας είναι ίδια με την αλβανική και πώς να μαγειρεύει τις γαρίδες με τα ζυμαρικά για να φιλεύει τον Έλληνα γαμπρό.
 Όταν φεύγει, βρίσκω  ότι το μεγάλο δερματόδετο Κοράνι -δώρο παλιού φίλου -  έχει εγερθεί κι αυτό , είναι καλά ξεσκονισμένο και ευλαβικά τοποθετημένο, με το σωστό εξώφυλλο να κοιτάζει το δυνητικό του αναγνώστη. Μια αθόρυβη πράξη σεβασμού.  Η αφεντιά μου ποτέ δεν αξιώθηκε τίποτε περισσότερο από ένα διαγώνιο ξεφύλλισμα, και σίγουρα δε νοιάστηκα να μάθω ποιο εξώφυλλο είναι  το εμπρός, ποιο το οπισθόφυλλο και τα σχετικά. Μερικές απορίες που μου εγέρθηκαν σχετικά με τα εδάφια για τις γυναίκες και  άλλα επίμαχα, μετατέθηκαν σε ένα χρόνο κάπως αόριστο, ίσως στη σύνταξη. Αλλά το βιβλίο είναι εκεί, και όταν για κάποιο λόγο αλλάζει θέση, μπορώ να είμαι βέβαιη πως το παραπάνω Σάββατο θα ξαναστηθεί όρθιο, κανονικά. Θα εγερθεί δηλαδή, από μια γυναίκα που τραγουδάει ελληνικά μπαινοβγαίνοντας στα μπαλκόνια, λέει  " Αχ, Παναγία μου" όταν αναστενάζει και νοσταλγεί τους  μπαμπάδες της δημοκρατίας των Μπεκτασήδων, στην ανάδελφη πατρίδα της. Κανά δυο χρονιές την παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα να νηστεύει για το ραμαζάνι, αλλά από τότε δεν το ξανάκανε, και πάλι καλά, γιατί δεν άντεχα να βλέπω έναν άνθρωπο να δουλεύει όλη μέρα χωρίς να βρέχει ούτε τα χείλια του.  
Η Β. είναι να 'ρθει στο σπίτι μεθαύριο. Πέρασαν δεκαπέντε μέρες από την προηγούμενη φορά και μπορεί  μου ζητήσει να σχολιάσω μερικά πράγματα που μεσολάβησαν. Για παράδειγμα, όσο θα καθαρίζει τα ράφια μας, ίσως θελήσει να μάθει γιατί τόσοι πολλοί Έλληνες  πιστεύουν στην καθαρότητα του αίματος και πώς είναι τόσο σίγουροι για την καθαρή καταγωγή τους, αυτοί οι άνθρωποι που ορκίστηκαν σήμερα βουλευτές. Ελπίζω να μην έχει πάρει χαμπάρι ότι η ελληνική δημοκρατία στέκεται εντελώς αμήχανη μπροστά τους, ή να μην την ενδιαφέρει και πολύ. Ίσως πρόσεξε τη δήλωση του μίσους όσων δεν ηγέρθησαν τη στιγμή του όρκου των Μουσουλμάνων βουλευτών στο Κοράνι, αλλά κόβω το κεφάλι μου ότι η ψυχολογία του μετανάστη - ακόμη κι όταν είναι νόμιμος - δε θα αφήσει να εγερθούν πολλές πολλές διαμαρτυρίες. Ελπίζω ακόμη ότι τα καλά ελληνικά της δε φτάνουν μέχρι το σημείο να καταλαβαίνει τον αρχαίο παθητικό αόριστο και στην προστακτική κιόλας, είτε τον προφέρουν σωστά είτε λάθος. Η Β. το πολύ - πολύ να καταλαβαίνει το  "σηκωθείτε από καρέκλες, καναπέδες, πολυθρόνες" του μεταμεσονύκτιου τελάλη, αλλά δεν ξέρει ότι στα σχολεία υπάρχουν άνθρωποι που τον πιστεύουν. Είναι οι ίδιοι που τρέφουν την λαγνεία του φόβου τους ρουφώντας τα ιστολόγια της εγκληματικότητας και βεβαιώνουν τη συνείδησή τους ότι οι άλλοι, οι ξένοι, οι Ευρωπαίοι, οι αλλόθρησκοι, οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, οι μαυριδεροί φταίνε. Α, ναι, και οι γυναίκες και τα Νεφελίμ που ζουν ανάμεσά μας. Ή / και οι ψεκασμοί.
Εκλογές λοιπόν σε ένα μήνα , αφού το σώμα της μεταπολίτευσης παραμένει ακήδευτο και αφού ορισμένοι  πιστεύουν ότι ήρθε η στιγμή να εγερθούν και τα όνειρα να πάρουν εκδίκηση. Ίσως βέβαια και να μην  είναι έτσι, και οι περισσότεροι να πιστεύουν απλώς ότι μπορούν ακόμη να εγείρουν απαιτήσεις από ένα σύστημα, που τόσα χρόνια οι ίδιοι στήριξαν ως ευδαίμονες ψηφοφόροι, αρκεί αυτό να αλλάξει ελαφρώς και να βάλει τα ρούχα του αλλιώς. Σε κάθε περίπτωση πάντως να μη χρειαστεί , αλίμονο, να αλλάξουν οι ίδιοι. Δεν αποκλείεται ακόμη, εδώ, στην γεωγραφική εσχατιά της Ευρώπης  κάποιοι να πιστεύουν  στην έγερση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και στα Μαρμαρένια Αλώνια.  Στο μεταξύ κάποιοι θα εγείρονται ή όχι, κατά το δοκούν, χωρίς να εγείρουν και πολλές διαμαρτυρίες. Λέτε το "κάτσε καλά, Γεράσιμε", το όμορφο, το έξυπνο, το παλιό των τωρινών, να εννοούσε κάτι τέτοιο; Για φαντάσου!

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Medousa

Αν οι εκλογές της 6ης Μαΐου προσέφεραν κάποια ελπίδα, αυτή ήταν το τέλος των αμέριμνων αυτοδυναμιών και η δημιουργία  κυβερνήσεων συνεργασίας. 
Η ελπίδα αυτή εξέλειπε.  Το "σάπιο πολιτικό σύστημα" είναι ακόμη εδώ, πετρωμένο, με τα παρακλάδια του, τις παραφυάδες, τις περικοκλάδες και τα φιντανάκια. Οι καταγγέλλοντες είναι και  οι μελλοντικοί θεράποντες.  Μαθητευόμενοι  μάγοι,  γουάναμπι πρωθυπουργοί, ολύμπιοι ρήτορες,  σαράντα μεραρχίες ελλήνων χριστιανών, πατροκτόνοι μπαλτατζήδες με το τζουλούφι,  δημόσιοι υπάλληλοι που έπαψαν να μπουκώνονται από το θεριό του δικομματισμού καθώς  και λοιπές φίλιες δυνάμεις, όλοι είμαστε εδώ.
 Οι επιδιώξεις μας  δεν άλλαξαν γιατί δεν άλλαξαν και οι ανάγκες μας. Μια ψιθυριστή κουβέντα που είχε αρχίσει να γίνεται πριν τις εκλογές για το ηθικό περιεχόμενο της κρίσης δεν είναι πια χρήσιμη σε κανέναν. Τα ζητήματα της προσωπικής ευθύνης, της απαλλαγής από την φαυλότητα ενός πολύ καθημερινού και δικού μας σύμπαντος, η αμηχανία της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας μπροστά  στο ερεβώδες στίγμα του "εγέρθητι" , όλα κουρμπάνι μπρος  στη  γλυκιά ελπίδα της εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα.  Μόνο που το "έπος του λαού" γυρίζεται πλέον ως πολύ - πολύ ελληνική, και καθόλου ευρωπαϊκή, τραγωδία. Δεν πάμε καλύτερα να δούμε το "Games of thrones", λέω εγώ;

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Η σφαγή, ο αγάς και ο άγιος



Ήταν ωραίο το φεγγαράκι χτες . Δυο δεκαετίες πίσω  κάτι τέτοια βράδια τα λέγανε γκαστρωμένα, ίσως γιατί όλα τότε μεγάλωναν.  Έκλεινε η πρώτη φάση της μεταπολίτευσης, η Ελλαδίτσα ετοιμαζόταν να γίνει Ελλαδάρα με ευρώ και Ολυμπιακούς, η δεξιά ήταν δεξιά, η αριστερά αριστερά και ο Άκης ένα μεταμοντέρνο ρολόι που έλεγε την ώρα on demand. Απεργούσα σε κάθε ευκαιρία, κατέβαινα στο δρόμο, το μηνιάτικό μου μεγάλωνε με διάφορα επιδόματα και  η οικογένειά μου με παιδιά. Μεγάλωνε στα μουλωχτά και ένα παράξενο, σιωπηλό πάρτι όπου δεν ήμουν καλεσμένη αλλά κάποτε κάποτε άκουγα τα κρεσέντα του. Ίσως  να έριχνα  και καμιά κλεφτή ματιά μέσα από τα κλειστά παράθυρα αλλά γύριζα αλλού το βλέμμα γιατί θεωρούσα ότι "αυτό έτσι είναι".
 Σήμερα το πρωί όλα είναι διαφορετικά. Η μεταπολίτευση τελειώνει και τυπικά, κι αφού εδώ είναι ο τόπος της ιλαροτραγωδίας, παίρνει μαζί της την όση  οργή μπόρεσα να δικαιολογήσω στον εαυτό μου, όσες αριστερόστροφες κορώνες μπόρεσε να μου τσιρίξει  κατάμουτρα ο λαϊκισμός καθώς και μια καλή μαγείρισσα που φίλευε ντολμαδάκια στον καπετάν Γιώτη της γκαστριάς και της αθωότητάς μας. Ξεφούρνισα το κυριακάτικο παστίτσιο, ξεπροβόδισα περήφανο άντρα που συνόδευε το γιο στην πρώτη του ψήφο, την κουκουέδικη, "γιατί αυτοί τόσους ανθρώπους μας φάγανε", μπήκα σε ένα ταξί - μετά από πολύ καιρό- και τράβηξα για το πατρικό μου.
Ωραία μέρα, σημαδιακή. Ο ταξιτζής αίσχιστος επαγγελματίας, λες και ένα σκάνταλο χέρι έριξε επάνω του όλη την Ελλάδα που θέλουμε (;) να αφήσουμε πίσω. Αγένεια, κουτοπονηριά, ασχετοσύνη, θράσος. Η Βασιλική ένα πουπουλένιο κουβάρι πια στα χέρια μου, από το κρεβάτι μέχρι το μπάνιο και μετά στην κουζίνα, ευτυχώς τα μυαλά τετρακόσια.
- Πασόκ θα ψηφίσεις; το πέταξε το λογάκι της, μπουκωμένη το φαΐ της ελληνογεωργιανής συγκατοίκησης.
-Άσε με ρε μάνα, ο πίξιος ο δείξιος ο ταξιτζής, εσύ μου έλειπες τώρα, έλα φιλάκι, φεύγω.
Και μετά, εκλογικό τμήμα όπισθεν Αχειροποιήτου, στρογγυλή εκατοντάδα, η μπροστινή μου η κοπέλα - μαύρο μπλουζάκι, μαύρο τζιν, βλέμμα άδειο- ψάχνει τα ψηφοδέλτια και βάζει τους πειρατές πάνω πάνω. Παίρνω τα δικά μου, σε κάποιο  πρώτο όνομα συνάδελφος  συνδικαλιστής,  καταγγέλλει σε κάθε χρόνο και έγκλιση το σάπιο πολιτικό σύστημα και  είναι ο ίδιος του υποκριτής, κομπιναδόρος, ψιλικατζής. Ξεφυλλίζω, διαλέγω, τρεις σταυροί , το μη χείρον βέλτιστον και καλύτερα μια χαζή στη βουλή παρά ένα λαμόγιο.
  Έξω, ελεεινά πεζοδρόμια, βρώμα και δυσωδία, τμήμα Μεταγωγών, οι Ασώματοι μπαίνουν   στον κανθό του ματιού και με καλούν.  Μέσα στο λιοπύρι κοντεύω και μετράω τα μικρά τοξωτά παράθυρα που γυρόφερναν οι δερβισάδες. Ελπίζω στην παράξενη ανάσα που φυσάει ατέρμονα στο σκιερό κατώφλι, κάτω από την παλαιοαραβική επιγραφή και το εικόνισμα του Αι Γιώργη καβαλάρη. Μακάρι και  σε μια στιγμή μαρμαρωμένης ησυχίας στον εσωτερικό περίβολο του Χορτατζή αγίου.  Όχι, είναι κλειστό. Η πομπική οδός για το Οκτάγωνο άσημη και βρώμικη, Πακιστανοί πουλούν αθλητικά παπούτσια αυτό το Σαββατοκύριακο και παρακάτω Σουδανοί. Ο Πύργος κλειστός επίσης, ανοιχτά γεμάτα καφέ, μαγειρεία με έτοιμα φαγητά στη βιτρίνα κατά το σύστημα που τάιζε τους φακίρ φουκαράδες στα ευαγή ιδρύματα των Οθωμανών, καταϊδρωμένα γκρουπ από τη Ρωσία με κυράδες μαντηλοδεμένες και ορθόδοξο ιερέα επικεφαλής. Δεν την ξαναπατάω, αστικό για την Καλαμαριά, τηλέφωνο που χτυπάει, μαμά πού είσαι, είμαι σίγουρη για την επιλογή μου, δεν είμαι πια αθώα.
Λοιπόν, με έχουν σφάξει, δεν πιστεύω καθόλου ότι θ' αγιάσω αλλά νομίζω ότι δε μπορεί να μου συμβεί τίποτε χειρότερο από ό,τι έχω κάνει η ίδια στον εαυτό μου, στην οικογένειά μου και στον τόπο που ζω. Το πρόβλημά  δεν είναι πια ο αγάς αλλά οι άγιοι γύρω μου. Ακόμη και ένας παράδεισος σαν τον ελληνικό θα δυσκολευτεί πολύ πια να τους  στέρξει. Αλλά και πάλι... τόσο το χειρότερο για τον παράδεισο.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Η αφρόκρεμα ή όταν πέφτουν καρχαρίες



Χτες είδα το πρόσωπο της αλήθειας. Ήταν άντρας, νέος, και το τεντωμένο δέρμα του έλαμπε κάτω από το φως των προβολέων ενός στούντιο. Προσπαθούσε να χαμογελάσει στο πανελλήνιο και ήταν μια εωθινή φρίκη. Δουλειά του έλεγε την αξιολόγηση των ανθρώπινων πόρων και δεν έβλεπε την ώρα να την κάνει. Να αποφασίζει ποιοι είναι η κρέμα της κρέμας σε μια δουλειά και ποιοι φταίνε που η βάρκα μας η κουρελού η χιλιομπαλωμένη έχει μπατάρει. Ουδείς λόγος ανησυχίας. Τι θέλει λοιπόν εδώ μια ανάρτηση, ένα χρόνο μετά την τελευταία;
Ο λόγος του ήταν αγοραίος, με την κάθε έννοια. Ακουγόταν με την επιθετική βεβαιότητα της ξανθιάς παρουσιάστριας που ρωτάει τώρα τελευταία τον φακό "γιατρέ, πάτε καλά;". Γαργαλούσε τα αντανακλαστικά ενός κοινωνικού οργανισμού που έχει απωλέσει -αν διέθετε ποτέ- κάθε δυνατότητα σκέψης και ειλικρίνειας. Πώς το λέμε αυτό; Κοινωνικό αυτοματισμό; Φαντάζομαι κι εγώ έναν κοινωνικό δεινόσαυρο, όπου το ερέθισμα κάνει τεράστιες, αργές διαδρομές να φτάσει στον υποτυπώδη εγκέφαλο. Και όταν φτάνει προκαλεί μια φυτοειδή αντίδραση. Μετά σβήνει.
Σκέφτομαι ότι η νομιμοποίηση αυτών των ανθρώπων και αυτών των πρακτικών πέρασε από τα χέρια μας. Θα ήθελα να βάλω ένα ερωτηματικό στο τέλος της επόμενη πρότασης, αλλά διστάζω.
Μας αξίζει. Η σύγχρονη ελληνική τραγωδία θα αναγνωριστεί στο μέλλον ως συλλογικό έργο. Μόνο που τα τραγικά πρόσωπα δεν είναι όλοι οι 30000 πρώτοι έφεδροι,οι άνεργοι, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι εν γένει. Είναι κάτι λίγοι, ελάχιστοι. Αυτοί που από πάντα ένιωθαν την ανάγκη να δεσμευτούν απέναντι στο σύνολο και να δουλέψουν με καημό την αλήθεια, την ανθρωπιά. Αυτοί ναι, τιμωρούνται. Όμως όφειλαν να γνωρίζουν από τα πριν ότι το μοιράδι τους θα είναι πάντα η τιμωρία.
Πόσους Οιδίποδες να σηκώσει πια το σανίδι του μπουλουκιού που παίζει ακόμη και ξανά στο καφενείο της Άμφισσας; Η αυτοχειρία τους θα γράψει το αναγκαστικό φινάλε. Δεν θέλω να φανταστώ το κοινό που θα χειροκροτήσει. Νομίζω ότι θα είναι το ίδιο φρικτό με τον αξιολογητή ανθρώπινων πόρων. Έτσι κι αλλιώς, σ΄έναν τόπο που κάθε έννοια δημόσιου καλού δεν ευδοκίμησε ποτέ, η ιδιώτευση ήταν πάντα ο μύχιος πόθος των περισσότερων. Ε, για μένα δε μένει παρά να ευχηθώ μια μακάρια ιδιωτεία.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Εμείς ήρθαμε για την έκθεση



Κάποτε, πάνε χρόνια, το φθινόπωρο έρχονταν στην ώρα του, κάθε Σεπτέμβρη.
Η Θεσσαλονίκη, σαν ενζενί του ελληνικού σινεμά, έγραφε μούρλια τα καλά της σε έγχρωμο σινεμασκόπ και ο στόλος γέμιζε αρόδο το Θερμαϊκό. Η παραθέριση τελείωνε, ο Λαμπρόπουλος έβγαζε καινούριες ποδιές και φουφούλες γυμναστικής. Άνοιγε η Έκθεση, ο κόσμος έτρεχε να χαζέψει τρακτέρ Μπελαρούς, μοτέρ του Δαμίγου και κουλούρες σύρμα από την Αλβανία. Να γευτεί μαύρη μπύρα και να διασκεδάσει σε μια νοητή αντανάκλαση του οριστικά χαμένου Μπεχτσινάρ αφού οι κήποι των πριγκήπων είχαν επιτέλους εξαφανιστεί, μαζί με τους πρίγκηπες, το Οθωμανικό και Εβραίικο παρελθόν της πόλης και τη μνήμη των νεκρών της.
Έρμη, προαιώνια "Συν", που αξιώθηκε την πρώτη κομμούνα της Ιστορίας, το κίνημα των Νεοτούρκων, το μοναδικό κοσμοπολιτισμό στον Ελλαδικό χώρο, τον Πανίκα και τον Φτερωτό Γιατρό. Μαζί με την Έκθεση εμφανίζονταν και τα σόγια από την ενδοχώρα της Μακεδονίας, που -κάνοντας την παραδοσιακή δήλωση "'ήρθαμε για την Έκθεση"- στρώνονταν με τις μέρες και δεν έλεγαν να το κουνήσουν.
Τα πράγματα, βεβαίως, έχουν σημαντικά αλλάξει από τότε.
Το φθινόπωρο αναζητείται, το ίδιο και ο λόγος της απομάγευσης του κόσμου. Η Έκθεση πλέον μετακομίζει στη μεριά του Μπεχτσινάρ αλλά το γεγονός μάλλον δε θα θυμίζει κάτι σε ανθρώπους που διάγουν την πτωχεία τους. Η Θεσσαλονίκη ξαναζεί έναν κοσμοπολιτισμό, στα απλωμένα εμπορεύματα των μαύρων, ενώ ο Πανίκας ο Ανθρωποκεντρικός τρίβει τα χέρια του.
Τα σόγια από την επαρχία έχουν από καιρό αποδημήσει οριστικά και στη θέση τους, κάθε Σεπτέμβρη, έρχονται στο Μακεδονία Παλλάς οι λομπίστες των πρώην, νυν και γουάναμπι πρωθυπουργών. Μάλιστα όλοι αυτοί συζητούν για την κρίση, το ποιος φορά παντελόνια και αν η Άμωμος Σύλληψης του Βατοπεδίου ήταν πράγματι τέτοια.
Ο Λαμπρόπουλος εξαφανίστηκε και έγινε Notos Gallery στη στοά Χιρς που εξαφανίστηκε κι αυτή κάτω από τη λάμψη πανάκριβων brands. Σχολική ποδιά δε χρειάζεται πλέον, αντιθέτως. Δέκα χιλιάδες ευρώ επειγόντως, γιατί το σχολείο τα χρωστάει στην εταιρεία του αερίου και μας το έκοψαν.
Κι εγώ; Αναρωτιέμαι. Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που συζητά ακόμη αν το Βατοπέδι, η Ζήμενς και οι εξωγήινοι υπάρχουν και ποιος τους προσκάλεσε. Η ίδια κοινωνία που αντέχει το Φράχτη, η ίδια που επιθυμεί το Φράχτη.
Η κυρία Βουλγαροπελέκη που δε φταίει, ο τζουντόκα σύζυγός της και ο κοσμάκης που χτυπιέται στο τατάμι της εαυτής υποκρισίας. Ο Γιώργος, που μέχρι τα εφτά του τον έλεγαν Τζεφ, οι φορτηγατζήδες, οι βενζινοπώλες, οι off shore φίλων μου γιατρών. Η κοινωνία που θέλει πρόστυχα, αδιάφορα σχολεία δίπλα σε χορούς δις, ευχαριστημένη γιατί ανέθεσε σε κάποιους τη διαχείριση της απελπισίας της και έφυγε και φέτος να κάνει διακοπές στον καταληστευμένο τόπο , το σπαραγμένο τοπίο. Σατανικό κοντραπούντο.
Ναι λοιπόν, ωραία, ήρθατε για την Έκθεση. Πότε, με το καλό, θα φύγετε;

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Συγγένειες

Με χρονολογική σειρά:

Στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952)
(...) Πώς μ΄αρέσουνε του Πάγκαλου τα γούστα,
που μας μάκρυνε τη φούστα (...)

Σύμφωνα με μια πληροφορία, οι μάγκες της εποχής είχαν φροντίσει για την παράφραση του επιθεωρησιακού αυτού τραγουδιού, αντικαθιστώντας τη λέξη φούστα με άλλη που αρχίζει με "π" και αντί για "στ" έχει το δίψηφο "τσ".


Επιγραφή σε σχολική αίθουσα της Θεσσαλονίκης, πριν δυο χρόνια. Τάξη Α' του δημοτικού. Η version του "ποιος Φούφουτος; Ο π...ς μου ο ξεσκούφωτος" λανθάνει.

Υπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος (1938 - ) "Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο; ". Όχι, αυτό το έχει πει άλλος.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Καλοκαίρι


 ΤΕΥΚΡΟΣ : ... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμίνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΕΛΕΝΗ : Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ᾿, ἀλλ᾿ εἴδωλον ἣν
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τί φῆς;
Νεφέλης ἀρ᾿ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»

Τον Ιούλιο του 74 γινόμουν έντεκα. Είχαμε  μόλις επιστρέψει στο σπίτι του κέντρου μετά από την απομόνωση της Καλαμαριάς, κι έτσι βλέπαμε όλον τον προηγούμενο χειμώνα τζιπ του στρατού να σταματούν στο κατώφλι μας και "μικρούς" αξιωματικούς να μαζεύονται στο πατάρι του γειτονικού φαρμακείου. Στα μεγάλα ζόρια της χρονιάς εκείνης, όταν τα περιπολικά της αστυνομίας γύρναγαν φωνάζοντας από τον τηλεβόα "αποφασίζομεν και διατάζομεν", καθόμασταν στο μπαλκόνι, μέσα σε  μια παγωμένη λιακάδα και ο πατέρας φώναζε απογοητευμένος στον άλλο το γείτονα, τον εισαγγελέα, που βολτάριζε στο πάρκο παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας "δεν το περίμενα αυτό από σένα" κι αυτός γελώντας έβγαζε από το σακάκι του και ανέμιζε την ειδική άδεια.  Θα πήγαινα στην έκτη του Δημοτικού,  τα βράδια έβλεπα παράξενα όνειρα και η Βασιλική, σαν καλή αστή μητέρα, έφτιαχνε την τούρτα των γενεθλίων. Την προηγούμενη χρονιά μας είχε ετοιμάσει πίτσα, τεράστιο νεωτερισμό που καταναλώσαμε χαζεύοντας τα καλλιστεία για τη Miss Universe, Φιλιππίνες, ίδια είσαι κούκλα μου. Το 74 τα Λαδάδικα ήταν ακόμη λαδάδικα κι ο πατέρας είχε ανακαλύψει εκεί την εξωτική παρμεζάνα που έγραφε η συνταγή της ΓΥΝΑΙΚΑΣ αλλά ήταν τόσο σκληρή που ο Εβραίος μαγαζάτορας είχε προτείνει να μας την τρίψει στο μαγαζί. Τέλος πάντων, η πίτσα με τις αντζούγιες του 73  φαγώθηκε, αντίθετα με την τούρτα του 74 που δεν είχε καμία τύχη.
Το μεσημέρι της 20ης ο πατέρας άφησε το μαγαζί Σαββατιάτικα, γύρισε σπίτι ανήσυχος, είπε στη μάνα να παρατήσει την τούρτα και έτρεξαν μαζί στο Καπάνι. Εμάς μας άφησαν στης γειτόνισσας του έκτου πατώματος. Δυο εμείς και η κόρη της γειτόνισσας, τρία κορίτσια. Το άλλο παιδί μας έμπασε στα υπνοδωμάτια και μας έδειχνε με αφέλεια, κάτω από τα κρεβάτια τους, στη σειρά βαλμένους, ντενεκέδες λάδι και γαλέτες Παπαδοπούλου. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι βρήκαμε το μακρύ μας διάδρομο γεμάτο σακούλες, ψώνια, μακαρόνια, ρύζια και την καινούργια λέξη "πόλεμος" που ήρθε να προστεθεί στα ήδη γνωστά "χούντα", "αποφασίζομεν και διατάσσομεν", "απαγόρευση".
Πόλεμος γινόταν στην Κύπρο, επιστράτευση στην Ελλάδα, εγώ έντεκα και μια χαρτοσακούλα του μπακάλη ήταν γεμάτη φρέσκα σύκα. Μας εξήγησαν ότι έπρεπε να έχουμε προμήθειες στο σπίτι γιατί δεν ξέραμε τι ξημερώνει- αλήθεια, τι τα ήθελαν τα σύκα, ποιος ξέρει τι πανικός επικρατούσε στην αγορά- αλλά τα άτιμα ήταν τα πρώτα της χρονιάς, γλυκύτατα. Τα έφαγα με λαιμαργία και τύψεις. Ο πατέρας έβριζε κάτω από τα μουστάκια του το γείτονα του έκτου που ήταν παρακρατικός, ο- πούστης- ο- Χούντας, -τους- δικούς- τους- τους- είχαν- ειδοποιήσει- τα -καθάρματα, -που- τα- βρήκε- τα- λάδια- ο- κερατάς. Για τούρτες και γενέθλια ούτε λόγος.
Ξεκίνησα την ίδια μέρα να κρατώ ημερολόγιο όπου ισχυριζόμουν ότι "δε φοβάμαι τον πόλεμο", αλλά το εγκατέλειψα την μεθεπομένη, που αποκαταστάθηκε κιόλας η δημοκρατία. Υπερβολικές οι εξελίξεις για μια ενδεκάχρονη γραφίδα ή απλούστατα τεμπέλα. Το ίδιο βράδυ -το προηγούμενο;- ο ανδριάντας του Χρυσοστόμου Σμύρνης στην πλατεία Αγίας Σοφίας, καμιά πενηνταριά μέτρα από την κλινική που γεννήθηκα, πήρε στον ύπνο μου την όψη του Μακάριου και -σαν άλλος Βάαλ- κατάπινε με το ορθάνοιχτό του στόμα φαντάρους. Η δημοκρατία στην Ελλάδα φώναζε "ε,ε, έρχεται" μάλλον για να μη πάρουμε χαμπάρι το γεγονός ότι τελικά δεν ήρθε η ίδια και έστειλε κάποιον άλλο στη θέση της.




    4.8.1974  Το πρώτο μεταδικτατορικό φύλλο της Αυγής

 Λίγες μέρες μετά, το ίδιο σημαδιακό καλοκαίρι, στην παραθέριση πια, ο πατέρας με πήρε κάπως επίσημα και κατεβήκαμε ως το περίπτερο, περασμένο βεραμάν λαδομπογιά, στο σταθμό του Πλαταμώνα, να πάρει το πρώτο φύλλο της ΑΥΓΗΣ που επανεκδόθηκε μετά την άρση της απαγόρευσης. Διπλωμένο προς τα μέσα, να μη φαίνεται ο τίτλος, όπως ήταν για πολλά χρόνια αργότερα και ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,  αλλά ήταν το πρώτο φύλλο. Μαζί με τις εφημερίδες εμφανίστηκαν πάλι στο σπίτι μας και εκείνα τα μικρά πλαστικά  εξαρτήματα με τις τρεις ακτίνες, που είχαν χαθεί μυστηριωδώς τα προηγούμενα χρόνια από τα 45άρια του Θεοδωράκη. Αλλά και το μαύρο ραδιόφωνο από βαρύ βακελίτη έπαψε πλέον να λαμβάνει Ντόιτσε Βέλε από την τουαλέτα. Με τον καιρό μια καινούρια λέξη,  η "μεταπολίτευση", η αρχή πολλών ανησυχητικών "μετά" που ακολούθησαν, προστέθηκε στο λεξιλόγιο των μεγάλων, αλλά εμείς, πού μυαλό, στο κάτω κάτω είχαμε και μια εφηβεία να περάσουμε.


Ήταν τέτοια τα τελευταία καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας, τότε που η οικογενειακή ομπρέλα ήταν ολόιδια με αυτές που βλέπω σήμερα στις ελληνικές ταινίες, ένα φύλλο κόκκινο, ένα πράσινο, ένα κίτρινο, ένα μπλε και λέγαμε "καλαθούνα" την τσάντα που κουβαλούσαμε πετσέτες και ψάθες. Η Βασιλική μας επέβαλε να κολυμπάμε τόπλες μέχρι τα δώδεκα,να αλλάζουμε επιτόπου και να βάζουμε στεγνά, apre le bain, μισητά βρακιά, για να μη κρυώσουμε αλλά και γιατί έπρεπε να μάθουμε να μη ντρεπόμαστε το γδύσιμο. Αντηλιακά και μπλουζάκια ούτε για δείγμα. Ο Σεφέρης ήταν τρία χρόνια πεθαμένος κι ακόμη περπατούσε, ντάλα καταμεσήμερο, στην άμμο της Σαλαμίνας. Χωρίς μπλουζάκι.
Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε ; Καμώνομαι πως δε με νοιάζει. Τα παιδάκια που φωτογράφιζε ο Σμυρνιός στην Κύπρο τα είδα σε ωραίο ντοκιμαντέρ, εξηντάρηδες και βάλε. Προσπάθησα να βρω το νησί που ταξίδεψε, το νησί που παζάρεψε, αλλά το καλοκαίρι μετά το θάνατο του πατέρα ήταν μόνο τουρίστες και off shore εταιρείες.
Η δημοκρατία δε φωνάζει πια, μα δεν έρχεται κιόλας. Ένας, που τ΄όνομά του ακούστηκε μέχρι και για πρόεδρός της, παλιός αναγνώστης της ΑΥΓΗΣ κι αυτός, πρόλαβε να γίνει ανάποδος Μπερλουσκόνι. Μετράω και ξαναμετράω τα χρόνια, το νέο ασφαλιστικό, η απογραφή, οι περικοπές, ευτυχώς δεν έχω δάνειο, δυστυχώς δεν έκλεψα, ξυπνάω ξημερώματα να κάνω τα χιλιόμετρά μου δίπλα στη θάλασσα, σε μια πόλη ακόμη κοιμισμένη. Δε βλέπω πια παράξενα όνειρα.
Παραμονεύω από το μπαλκόνι την κίνηση στους κάδους του ALDI της Καλαμαριάς, ρακοσυλλέκτες, γύφτοι, συνταξιούχοι, οικογένειες, όσοι δε μπορούν να σκύψουν έχουν μαζί τους ένα παιδί και το βάζουν μέσα στον κάδο να ψάξει για ζαρζαβάτια. Οι πιο συστηματικοί έχουν κι ένα μπουκάλι νερό στο πορτ μπαγκάζ και πλένουν τα χέρια στο τέλος. Οι υπάλληλοι πήραν - κατά το νόμο- την ειδοποίηση της απόλυσής τους έξη μήνες νωρίτερα. Σου λένε ακόμη "καλημέρα" και "ευχαριστούμε" στο ταμείο και αγγίζουν τα προϊόντα με γάντια. Η μεταπολίτευση επιτέλους ολοκληρώθηκε, πιο βάρβαρα από ότι είχε αρχίσει.
Παρακολουθώ ειδήσεις, σιδερώνω τα πρόχειρα μπλουζάκια για την προπόνηση του μεγάλου και βλέπω κάτι άλλα παιδιά σε μια κηδεία, με μαύρα μπλουζάκια, μπροστά έχουν μια φωτογραφία ενός δημοσιογράφου στάμπα και πίσω ένα στόχο, "θα φωνάζω" λέει η μπλούζα και το ζω με κόκκινο. Ο σκοτωμένος είχε μάθει τη δουλειά του στο κίτρινο.
Βλέπω το ίδιο βράδυ κι έναν άλλο δημοσιογράφο-κομιστή, με μπλουζάκι κι αυτόν, χιουμοριστικό αλλά με μήνυμα, δίπλα του στήθη, γάμπες, λικνίσματα, μαθαίνω ότι ήταν το αφεντικό του στόχου που αγιοποιήθηκε και πως πάλι έχουμε χούντα γιατί σκοτώνονται ανεξάρτητοι, ελεύθερα διαπλεκόμενοι δημοσιογράφοι.
Σκέφτομαι πως είναι κρίμα κι άδικο η βία και θάνατος, σκέφτομαι πως είναι κρίμα κι άδικο η αμορφωσιά και η παραπλάνηση. Και πιο κρίμα και περισσότερο άδικο το στρεβλό, βλογιοκομμένο πρόσωπο ενός δημόσιου λόγου που φωνάζει όντως, τσιρίζει, αποκαλύπτει τα προφανή -για την ίδια την αποκάλυψη- έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού την όψη του καρατζαφύρερ, πιπιλίζει το αυτονόητο, εμπορεύεται το συναίσθημα, γιγαντώνει το τίποτε και το βαφτίζει ελευθερία, πολιτική και δημόσιο ήθος.

Τι φης; Νεφέλης αρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Αόρατος Αρχή



Είναι απολυμένος της Ολυμπιακής. Τον βλέπω που έρχεται κάθε πρωί στο σχολείο και ακόμη βαστάει και στριφογυρνά νευρικά το μπρελόκ με τους χρωματιστούς κύκλους. Κάτοικος στη "δημοκρατία της μεζονέτας", δυο παιδιά, γυναίκα άνεργη. Τις μέρες που είναι "κανονικές" μας πετάει ένα βιαστικό αστείο και χάνεται. Τις μέρες τις βαριές δε λέει τίποτε.
Σήμερα δεν άντεξε. Περίμενε να τελειώσει η γιορτή. Τα καλαματιανά και η ραπ, οι λουκουμόσκονες και η Βλαχοπούλου. Η αγαλλίαση των γονιών όταν το σπλάχνο έβαζε καλάθι, οι κάμερες που τύπωναν λάτιν τσακίσματα, ο δεκάρικος του διευθυντή. Τέτοιες μέρες που τα ακριβά ιδιωτικά παρουσιάζουν αγώνες επιχειρηματολογίας, Ανθιμονομάρχες και Λαζοπουλογεργουσόπουλους. Μα τι σημαίνει, ο κόσμος ήταν τόσο ευχαριστημένος! Τόσα συγχαρητήρια του τίποτε, πόσες ευχές για το καλοκαίρι και " του χρόνου".
Ο πρώην Ολυμπιακάριος δεν είχε διάθεση για τέτοια. Με πλησίασε στην έξοδο, "κάτι να σας πω, προσωπικό". Νευρικός, άλλαζε τον ενικό με τον πληθυντικό, άναψε τσιγάρο, τραύλιζε σχεδόν. Στην αρχή δεν καταλάβαινα.
- Δεν πάει άλλο. Κάτι πρέπει να γίνει.
Κόσμος, φωνές, νταπαντούπα, χαιρετούρες, ζέστη.
- 'Έχουν πέσει τα κτήνη να μας φάνε. Κάτι πρέπει να γίνει. Σ' εμπιστεύομαι. Πρέπει να κάνουμε μια Φιλική Εταιρεία.
Ο μικρούλης Β. με τραβάει από το ρούχο γιατί δεν τον ακούω. Μου δείχνει δυο άδεια κουτιά χυμού και κάτι λέει κι αυτός.
- Δε σε ξέρω καλά, δε με ξέρεις, αλλά σ' εμπιστεύομαι. Κάτι πρέπει να κάνουμε, ένα φωτοτυπικό να βρούμε, να μοιράζουμε στον κόσμο.
- Ναι, τι θες Β. μου; Όχι, σας ακούω... Έλα, δώσε μου εμένα τα σκουπίδια. Ναι... έχουν πέσει να μας φάνε.
- Χρειάζεται μια νέα Φιλική, άκου που σου λέω. Μη γελάς.
- Δε γελάω. Κοίτα τους αυτούς εδώ. Μπορείς να τους το πεις;
- Τρελάθηκες; Ας τους αυτούς. Πρέπει να είμαστε λίγοι. Δεν πάει άλλο.
- Από αυτούς τραβάνε τη δύναμή τους. Από τη συμφωνία τους.
Κόσμος που πάει κι έρχεται. Όλα ήταν καλά. Σταθερές αξίες, καλοκαιράκι και στερεότυπα. Η ακίνδυνη σιγουριά του μηδενός, η επανάληψη του κενού. Το ζαμπονάκι Υφαντής παίζει δυνατά στα ηχεία και είναι πλέον ανήκει κανονικά στη σχολική κουλτούρα. Τα παιδιά, βεβαίως, ανταποκρίνονται σαν τρελά. Οι γονείς χειροκροτούν. Ακόμη και τώρα, ακόμη κι εδώ, καμιά απαίτηση νεοτερικότητας, καμιά προσδοκία αλλαγής.
-Και του χρόνου, να μας κάνετε πάλι γιορτή.
- Αν υπάρχει του χρόνου δημόσιο σχολείο, μπορεί και να ξανακάνουμε.
Μάτια έκπληκτα, αμηχανία. Τι λέει αυτή;
- Αχ, μη μου λέτε τέτοια, αγχώνομαι.
Ο πρώην προνομιούχος έχει χάσει τη φόρα του. Έρχεται και η γυναίκα του. Ζητά συγγνώμη μέσα από τα δόντια. Φεύγουν και ντρέπομαι. Τι έπρεπε να του πω; Μέσα στη φασαρία... Μέσα στον κόσμο που έχει μάθει "να παίρνει για όνειρά του την πραγματικότητα", να μη συνειδητοποιεί, αλλά να συμφωνεί . Η Αόρατος Αρχή. Αυτή που δεν υπάρχει, μα ολοφάνερα ενεργεί. Και σιωπεί εκκωφαντικά. Γιατί;

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Εάλω εμείς


Πριν λίγα χρόνια είχα για διευθυντή έναν εντελώς χαρακτηριστικό τύπο " Ελληναρά", με μικρό μπόι, μεγάλη άγνοια και κορώνες μουσολινικού τύπου. Ο λαμπρός αυτός υπάλληλος της Γ' Ελληνικής δημοκρατίας λάτρευε κάθε 19 Μαΐου να εκφωνεί στα έρημα παιδάκια λόγο, για την επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων. Το είχε αναλάβει με την προθυμία ενός εργολάβου, μια και ο ίδιος ήταν ποντιακής καταγωγής.  Μάλιστα το τραβούσε το πράγμα από τα μαλλιά και  έφτανε από τον Πόντο στην Άλωση. Εκεί πια άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να εκφραστεί. Τι Μαρμαρωμένοι, τι ψάρια που κολυμπούν μισοτηγανισμένα, όλα τέλος πάντων που είχε ακούσει ο ίδιος από το δάσκαλό του στα χρόνια του '50 και έπρεπε να μάθουν τα παιδιά.  Και κάθε, μα κάθε χρόνο, ξεκινούσε το λόγο του με το μνημειώδες:
-Σήμερα, παιδιά, γιορτάζουμε τη γενοκτονία των Ποντίων.
Τα παιδιά πρόσεχαν φιλότιμα τα πέντε πρώτα λεπτά και κατόπιν, αυθορμήτως, έπαιρναν πάνω στα τσιμέντα της αυλής στάσεις που παρέπεμπαν κατευθείαν στα θύματα της γενοκτονίας και στο "συνωστισμό" του λιμανιού της Σμύρνης. Κυρίως ασχολούνταν με την - επικείμενη - Γιουροβίζιον και το ντουζ πουάν. Το προσωπικό του σχολείου - από την άλλη- αφού κέρδιζε ακόμη τρία λεπτά με τα συνηθισμένα "σςςς" και "σήκω πάνω, δε ντρέπεσαι" παρέδιδε τα όπλα και νοσταλγούσε κάπως τον καιρό που οι Τσέτες έσφαζαν τους προγόνους του διευθυντή στο προειρηθέν λιμάνι. Το τέλος της σεμνής τελετής έβρισκε τον ομιλητή εθνικώς υπερήφανο, τα παιδάκια σε αρχικά στάδια ηλίασης και το προσωπικό κατά τι σοφότερο. Να, αίφνης μαθαίναμε πως η εθνική ομφαλοσκόπηση είναι βασικό κομμάτι της εθνικής εκπαίδευσης, ενώ οι δεκάρικοι λόγοι κρίσιμοι για τη δημιουργία των μελλοντικών απολιτίκ ανθρώπων.
Από τότε καμπόσα πράγματα άλλαξαν. Η πατρίδα χρεοκόπησε, αφού πρώτα γλέντισε σε ένα τρελό πάρτι με διακοποδάνεια, ρεμούλες, μανικιούρ-πεντικιούρ, Ολυμπιάδες, μίζες και Τζουλοβοσκοπούλες.
Ο διευθυντής-πατριδαμύντορας-Τουρκοφάγος πήγε σπιτάκι του, με το ελάχιστο της υπηρεσίας, για να απολαύσει τους καρπούς του μόχθου του.
 Τα παιδάκια ψιλομεγάλωσαν, σκοτώθηκαν πέρυσι το Δεκέμβρη ή σκότωσαν φέτος το Μάη. Πάντως μεγάλωσαν.
Οι δάσκαλοι μεγάλωσαν κι αυτοί, αλλά όχι αρκετά γιατί τους είπαν ότι θα πρέπει να δουλέψουν σαράντα χρόνια για να πάρουν πλήρη σύνταξη και καθόλου εφάπαξ. Πάλι νοσταλγούν, όχι τους Τσέτες αυτή τη φορά αλλά τους καιρούς που υπήρχαν βεβαιότητες. Η εθνική εκπαίδευση θα αλλάξει και αυτή, οσονούπω, από μια καλή κυριούλα που στέλνει το δικό της παιδάκι σε ιδιωτικό σχολείο και κλείνει το γόνυ στον Έλληνα εκπαιδευτικό. Η Ελλάς κατάφερε να πάρει όγδοη θέση στη Γιουροβίζιον, να μοστράρει λύρες και νταούλια ανταμώς με τατού και αποτριχωμένα στήθη και να θυμηθεί ξανά την Άλωση.  Τα στερεότυπα που επαναλαμβάνονται, η Ιστορία που διδάσκεται ξανά και ξανά αλλά δε διδάσκει, η αλύτρωτη καθημερινότητα, το μέλλον που τρύπωσε από την Κερκόπορτα της συλλογικής ενοχής.
Και μέσα σε όλα τούτα η βασανιστική ανάμνηση της Πόλης, το μεγαλείο και το εξάμβλωμα, η σαγήνη και ο τρόμος. Ομορφιά και παράπονο. Ένα  κλάμα και μια βεβαιότητα. Η Πόλη έπεσε. Γεννήθηκε το Ρωμαίικο. Η Πόλη γλύτωσε. Εμείς;

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ένα πουκάμισο αδειανό


Λένε ότι η ιστορία "έχει" τους δικούς της τρόπους να ολοκληρώνεται, ότι "ειρωνεύεται", ότι "εκδικείται", λένε πολλά.
Μάλλον τίποτε. Ιστορία είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και η ατέρμονη διαπλοκή του φόβου τους, του θυμού τους, της ελπίδας τους. Κάποιοι άνθρωποι λοιπόν βρήκαν και διέσωσαν από τη χωματερή της εθνικής αφασίας τα ιστορικά τεκμήρια της δολοφονίας Λαμπράκη. Τα ενδύματα των θυμάτων, ένα χειροπιαστό κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, πόλης διάσημης για τα φαγιά, τον ερωτισμό, τους φραπέδες, τον Ψωμιάδη και τις πολιτικές δολοφονίες ενός αιώνα. Δυο χαρτόκουτα από τα αζήτητα του αρχείου του Δικαστικού Μεγάρου, ματωμένα πουκάμισα και μονά παπούτσια, το πράγμα θα μπορούσε να έχει και αλληγορικό χαρακτήρα. Σαράντα εφτά χρόνια μετά εμφανίστηκαν και ίσως σημαίνουν ακόμη κάτι, για κάποιους.
Μας μεγάλωσαν να πιστεύουμε ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στις 22 Μαΐου του 63 από την παλατιανή συνωμοσία και το παρακράτος, εξαιτίας της αριστερής και φιλειρηνικής του στάσης. Τις τέσσερις μέρες που βάστηξε η νοσηλεία του - κλινικώς νεκρού - βουλευτή στο ΑΧΕΠΑ εκατοντάδες ανθρώπων περίμεναν νύχτα μέρα απ' έξω. Ο πατέρας και η Βασιλική, έγκυος επτά μηνών στο γρασίδι του ΑΠΘ. Κάποιοι λένε ότι ο Λαμπράκης είχε ήδη κάνει αίτηση εισδοχής στην Ένωση Κέντρου. Ο Παπανδρέου, εκλεκτός του αμερικανικού παράγοντα, θα έμενε στη σκιά. Αλίμονο.
Γεννήθηκα ακριβώς δυο μήνες μετά την επίθεση στην οδό Σπανδωνή. Στα συλλαλητήρια της επόμενης χρονιάς ο πατέρας ορμήνευε τη Βασιλική πού θα καταφύγουν αν χτυπήσει η αστυνομία, είχα μάθει το "ένα, ένα, τέτελα" και οι χωροφύλακες την παρατηρούσαν :
-Μαζέψτε, κυρία μου, το παιδάκι σας.
Ήταν μια Παρασκευή του Μάρτη το 85 όταν ο Σαρτζετάκης έγινε Πρόεδρος και εμείς ανηφορίζαμε στην ταβέρνα του Βλάχου, στο Τσινάρι. Πιστέψαμε ότι, ναι, η ιστορία εκδικείται. Οι αφελείς.
Ο Τίγρης ίσως είχε κάτι "άλλο" να πει. Μια εκδοχή φρικαλέα στην απλότητά της. Μα ο Τίγρης ήταν και γραφικός. Τι βάση να δώσει κανείς. Το σπιτάκι στο νταμάρι της Ευαγγελίστριας ήταν βαμμένο ώχρα. Εγώ καμιά εικοσαριά χρονών.
-Θα ήθελα τον κύριο Χατζηαποστόλου.
Φορούσε μια κόκκινη αθλητική φόρμα και έκανε μεγάλες κινήσεις με τα χέρια του. Δέχτηκε το μικροποσό που έστειλε ο πατέρας μου με συγκατάβαση ξεπεσμένου ηγεμόνα. Στις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν με καταπράσινα κοστούμια και ένα είδος αυτοσχέδιας λατέρνας με σημαιάκια και λάβαρα. Ο πατέρας θύμωνε. Η επίσκεψη στην Ευαγγελίστρια δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Το μνημείο στη συμβολή Ερμού και Σπανδωνή, οι πατρικές εμμονές, η οικογενειακή ιστορία, η Θεσσαλονίκη των φαντασμάτων, οι συλλογικές και προσωπικές αυταπάτες, όλα που με κράτησαν στην αγκαλιά τους, με έθρεψαν και με έφεραν ως εδώ. Ο καιρός που ζούμε, η πίκρα, η αίσθηση της ήττας και της αδικίας. Τα πλήθη που πήγαν σπίτι τους, η απαξίωση της πολιτικής, η κυριαρχία του εύκολου. Ο Σπηλιωτόπουλος στο πρωινό του MEGA, το θράσος που δε γνωρίζει τον εαυτό του, η επιθετικότητα της ενοχής. Το χυδαίο είναι κυρίαρχο.
Ναι, θα πάω να δω το πουκάμισο όταν εκτεθεί. Δε ξέρω αν οι μεγάλες αφηγήσεις της ιστορίας έχουν τελειώσει, όπως λένε. Θέλω να διατηρώ το κομματάκι εκείνο που μπορεί και να με ξεγέλασε, μπορεί και να με μπέρδεψε αλλά είναι δικό μου. Κι αν έχω επιτέλους κάτι μαθημένο από όλα τούτα είναι να φοβάμαι εκείνους που δε νιώθουν τίποτε από το κοινό δικό τους. Ούτε καν τις αυταπάτες.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Οι άλλοι


Θα είμαστε μαζί μέχρι τα γεράματά μας. Θα με βλέπουν και θα τους βλέπω, κάθε μέρα, για πολλά χρόνια ακόμη.
Θα βλέπω, για παράδειγμα, στο διηνεκές το συνάδελφο με το blue touth πακτωμένο στο αυτί να κάνει τις αγοραπωλησίες του από τη σχολική αίθουσα, αδιάφορος και αμέτοχος σε όλα τα άλλα.
Ή το διευθυντή να συγγράφει το βιβλίο του στον υπολογιστή του σχολείου, την ώρα του σχολείου.
Θα καλημερίζω τη συναδέλφισσα που νομίζει ότι η Ζωρζ Σαρή είναι "ο Ζωρζ Σαρή" και την άλλη που τρέχει στα δικαστήρια να μαζέψει αδέσποτες φωτογραφίες "προσωπικών στιγμών της" .
Μέχρι τα γεράματά μου θα εξηγώ στη δασκάλα της πρώτης ότι το "Αλφαβητάρι με τον ήλιο" είναι σημαντικό κείμενο και πάλι δε θα την πείθω.
Θα δέχομαι το αυθόρμητο ξάφνισμά τους όταν θα ακούν το "Γουτού γουπατού" και θα νιώθω αμηχανία και ντροπή.
Κάθε πρωί θα απορώ γιατί τα παιδιά πρέπει να "κάνουν γραμμές" και να προσεύχονται ομαδικώς. Αλλά τη δική μου απορία δε θα αναλαβαίνει να τη λύσει κανείς. Θα γνωρίζω, ωστόσο, ποιοι από τους παριστάμενους και ευλαβικώς συμπροσευχόμενους κάνουν ιδιαίτερα το απόγευμα και λούφα το πρωί.
Σε όλους αυτούς λοιπόν τους αναγκαστικούς συνοδοιπόρους μιας βόλτας μακριάς και ατελέσφορης, χαρίζω τη σημερινή απεργία. Και στον κάθε ένα, που δέχεται την αδικία ως αυτονόητη.
Θα πιστεύω ότι δουλεύω, για τους άλλους ανθρώπους. Οι προειρηθέντες, όλοι σήμερα στο σχολείο, θα δουλεύουν όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτοί, με τη σειρά τους, θα ανέχονται το δούλεμα ως αυτονόητο. Η Ελλάς αποτελείται από συνένοχους άλλους.
Κι εμείς δε θα μπορούμε ούτε καν να φύγουμε, αν πάμε αλλού.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας


Πόσα χρωστάει ο κ. Βοσκόπουλος, γνωστός τελευταία και ως υπουργικός σύζυγος; Πέντε εκατομμύρια.
Και λοιπόν; Προς τι ο θόρυβος; Γιατί ενοχλεί η βασιλική ασυλία ανθρώπων τέτοιου είδους; Γιατί οι ιερεμιάδες των ΜΜΕ παίζουν αυτό το γαϊτανάκι της υποκρισίας; Γιατί το πόπολο, όπως λένε τον χύδην λαό στην πατρίδα της κ. Γκερέκου, αγανακτεί εμφατικά; Τα χρωστούμενα είναι το πρόβλημα ή μήπως το περιεχόμενο και η κουλτούρα του ίδιου "λαού" που ανέδειξε το ίνδαλμα Βοσκόπουλος και - μεσούσης της χούντας- το αποθέωνε σε μπουζουκομάγαζα και ψευτοϊλουστρασιόν ταινίες;
Ποιος έκανε "άρχοντα" τον άνθρωπο της καψουρόπιστας; Ποιος του έδωσε τη δυνατότητα να έχει τέτοια τρελά έσοδα και - το σημαντικότερο - τέτοια δημόσια εικόνα ώστε να μπορεί να παίζει την διελκυστίνδα με την εφορία τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια; Ποιος, ποιοι εγκυρώνουν το τίποτε, το μηδέν, το πολιτιστικό σκουπίδι; " Λαϊκός βάρδος" ποιανού λαού; Αυτού που του αξίζει.
Πάει και η πολυθρύλητος σεμνότης της Ελληνίδος βοσκοπούλας. Πάνε και τα σεγκούνια, τα υποκάμισα και οι εμπροσθέλες. "Τσεμπέρ ε ποδέ έδε γγούνε εδέ κεμίσι νε κεντήμ εδέ φλουρέ"*, πάει το όνειρο της γριάς μάνας της Φλώρας να τη δει στολισμένη νύφη. Η κολαϊνα με τα φλουριά παρέλκει να φορεθεί. Κατατέθηκε για την αγορά του ακινήτου στο Λιστόν και η βλαχοπούλα της ιστορίας μας ξεπροβάλλει από τη μαύρη λίμο της συλλογικής ονείρωξης τεντώνοντας της ζαρτιέρες της. Να χαρώ την υπουργό. Να χαρώ τον πολιτισμό.
Η ονομαστική μείωση των ετήσιων αποδοχών μιας δασκάλας με εικοσιπέντε χρόνια υπηρεσίας είναι 3.000 ευρώ. Κι αυτό δεν είναι το οφθαλμόλουτρο του Play Boy. Είναι σκληρή τσόντα.

* Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, Η Βλαχοπούλα

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Η αλεπού, ένα σύμπλεγμα και το παζάρι

Η επίσκεψη Ερντογάν ολοκληρώθηκε. Τέτοια οθωμανική μεγαλοπρέπεια, σχεδόν ντροπή για την πτωχή και ( εσχάτως ; ) άτιμη Ελλάδα.
Τι ισλαμικό chic, τι παρατρεχάμενοι, τι Θεοδωράκης υποβασταζόμενος από δυο πρωθυπουργούς με φόντο την Ακρόπολη, όλα τα σύμβολα που είχε το μαγαζί επιστρατεύτηκαν. Μέχρι και κοτζάμ πρόεδρος του ελληνικού κοινοβουλίου θύμισε στον μουσαφίρη ότι βρίσκεται στην κοιτίδα της δημοκρατίας.
Μια στάλα συμπλεγματική η ατάκα. Να, σαν το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα που παλεύει τα φίδια, ανταμώς με τα παιδιά του. Ο Λαοκόων έπρεπε να σωπάσει. Η Τροία επέπρωτο να χαθεί.
Λένε ότι πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαχείριση των συμβόλων. Ο συμβολισμός της επίσκεψης Ερντογάν είναι προκλητικά εξόφθαλμος. Και η αμηχανία του ΓΑΠ, κατά τη συνέντευξη τύπου, μιλάει καλύτερα ελληνικά από τον ίδιο.
Κοιτάξτε, καλύτερα, τον ουρανό του Τολέδο. Κοιτάξτε καλύτερα, παρακαλώ.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Πρωτάκια

Ξεκινούν αύριο και οι σκέψεις μου είναι μαζί τους.
Πριν δώδεκα χρόνια τα υποδέχτηκα, μια σταλιά ψυχάκια, με καινούριες τσάντες. Η αγωνία της μαμάς έξω από την πόρτα και ο δικός μου πανικός της πρώτης μέρας, σταθερές αξίες. Μα αυτά τα μικρούλια στάθηκαν. Άντεξαν δώδεκα χρόνια παράλογης και κακής εκπαίδευσης, ερασιτεχνισμούς σαν τους δικούς μου, την κρεατομηχανή της δευτεροβάθμιας, την εφηβεία, και τώρα είναι έτοιμα να βγουν στον κόσμο που τους ετοιμάσαμε και να διεκδικήσουν τη θέση τους.
Βρήκα τη φωτογραφία μας της πρώτης τάξης, αυτά τόσο δα και αθώα (;) , η αφεντιά μου μωρομάνα εκείνο τον καιρό, όλοι στημένοι μπροστά στην πορφυρή αυτοσχέδια αυλαία του σχολείου, τα ονόματά μας στο χαρτονένιο δίπτυχο. Ευτυχώς, γιατί κάποια πρόσωπα έχουν προλάβει ήδη να χάσουν τα ονόματά τους, δεκάδες πέρασαν από τα χέρια μου έκτοτε.
Και, τέλος πάντων, σήκωσα το τηλέφωνο. Όχι τα ίδια, τους γονείς τους. Τα παιδιά είναι αμπαρωμένα στα δωμάτιά τους, παρέα με τον "προγυμναστή" ( έτσι λέγαμε έναν καιρό τον ιδιαιτερά ) . Τελευταίες οδηγίες προς ναυτιλομένους.
Ευχές για τη Δεσπούλα, τη μελλοντική δόξα της Φιλοσοφικής, το στρουμπουλό που στα οχτώ του σήκωσε χεράκι και είπε:
-Κυρία, το διάβασμα για μένα είναι ελευθερία.
Ευχές για το Μανώλη, που γεννήθηκε άσφυγμος, πάλεψε την αναπηρία του και θέλει να γίνει λαμόγιο δημοσιογράφος. Τι χαρά ! Θα μπορώ να σφαλιαρώνω έναν από δαύτους στο μέλλον, με την άνεσή μου.
Για το Δημήτρη που ποτέ δεν είχε ηψηλή επίδοση αλλά δεν τα παράτησε και τώρα θέλει να γίνει μπάτσος, για τη Χριστίνα, την υποψήφια της μοριακής βιολογίας που έγραφε αστείες εκθέσεις στα επτά της, το Βαγγέλη που τότε ήθελε να γίνει πρωθυπουργός και τώρα δίνει οικονομικά, ευχές για όλα τους. Μέχρι να ανοιγοκλείσουν μια φορά τα μάτια θα έχουν φτάσει στην ηλικία μου, όλο συμβουλές και μικρά πονάκια. Λοιπόν, όρμα Τζακ, μήπως και πάρουν εκδίκηση τα όνειρα.
Και για μένα; Χώρια τα ζουμιά που με πήραν στο δεύτερο - κιόλας- τηλεφώνημα, χώρια τη βεβαιότητα "καλά έκανα και τα έβαψα ξανθά, χάλια ήμουν", μια γλυκιά αμοιβή:
-Ήμουν σίγουρη ότι μας σκέφτεσαι. Αυτό έλεγα σήμερα στη δουλειά, μόνο η δασκάλα του μας σκέφτεται.
Έτσι είναι, παιδιά. Και αφήστε την Αννούλα να κλείνει το γόνυ στον Έλληνα εκπαιδευτικό. Κάτι τέτοιες ιστορίες, ούτε στο όνειρό τους. Πολύ περισσότερο, στην αξιολόγησή τους.
Ίσως , στον εφιάλτη τους.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails