Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Μπλέξαμε

Ήρθε μια Ρωμιά στην Πόλη. Με παιδιά, σύζυγο, μπαγκάζια, αναπαραστάσεις ενός χαμένου παραδείσου και αχόρταγα μάτια. Αυτή ήταν λοιπόν, η ίδια άγνωστη πόλη που είχε κάποτε δει στ' όνειρό της. Κι η Ρωμιά, που ακόμη δεν πίστευε στην αταβιστική μνήμη, ένιωσε - πολύ απλά - ότι γύριζε σπίτι της.
Να έφταιξε η οικογενειακή μυθολογία, οι παππούδες που φύγαν άρον άρον - ποιος λιποτάκτης, ποιος πρόσφυγας - μήπως η εθνική εμμονή;  Λωξάντρες και Φάνηδες; Μήπως κάποιοι άλλοι νοσταλγοί ταξιδευτές;
Μπου ντουνιά τσαρ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.

(...) Ο άνθρωπος έσκυψε να ίδη.
Υψηλή μορφή, με λευκόν σαρίκι, με μαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωματιστόν, είχε σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή.
-Πού σ' αυτόν τον κόσμο;
-Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.
-Άσκολσουν... υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής.
Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανεν ως φάντασμα. Αλλ' αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ' εκείνα τα χώματα.
Είχεν αναφανή. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν;Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος; (...)
 ( Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο ξεπεσμένος δερβίσης)

Και πήραν όλοι αυτό που γύρευαν. Ο σύζυγος, φαρσί επιτέλους τη γλώσσα που άκουγε νύχτα μέρα στο πατρικό,  αξιώθηκε να μοιράζει μπακτσίς δεξιά και αριστερά, καταευχαριστημένος που μπόρεσε να ζήσει σε κλίμακα τη ζωή των παππούδων. Ο γιος, με πολεμικό ύφος μπροστά στη Μεγάλη του Γένους,  κουτρουβάλησε κατόπιν προθυμότατα στα μπεζεστένια και βρήκε με τη μύτη  σαράφικο να αγοράσει τον πρώτο του χρυσό. Η ακριβοθυγατέρα,  με τη λαμπαδίτσα   και τα πασχαλινά της στην καρδιά του Ταξίμ, λίγο τρομαγμένη αλλά περήφανη γιατί προβιβάστηκε επιτόπου  από τα γκαρσόνια της Istiklal  στην τάξη των kucuc hanim. Και η Ρωμιά της ιστορίας μας;
Βρήκε τα μνημεία στην ορισμένη θέση της συλλογικής μνήμης,  τα μιλιούνια των ανθρώπων στους δρόμους, τη ντεκαντάνσια των μεγάρων στο Σταυροδρόμι πολύ του γούστου της, τις σεβάσμιες  πλάτες του Πατριάρχη στον Αη-Γιώργη, Μεγάλη Παρασκευή απογευματάκι, ό,τι πιο κοντινό έμεινε σε βυζαντινό αυτοκράτορα και μια μικρή μαθήτριά της να φωνάζει "κυρία, κυρία" κάτω από την κλειστή πύλη.
Σιργιάνησε και τα καινούρια ελλαδίτικα τουριστικά κλισέ. Πώς γνώρισε η Γιάννα Ολυμπιοδασκαλάκη τον μετέπειτα της σύζυγό στο Φανάρι , ω, με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο , και μετά βάλθηκε να γίνει ό,τι πιο κοντινό έμεινε σε βυζαντινή αυτοκράτειρα, πώς αγωνίστηκε το παλικάρι ο Σάκης στην Τουρκοβίζιον, ως άλλος Παλαιολόγος, πού γυρίστηκε η Πολίτικη κουζίνα και το πιο πρόσφατο τούρκικο σήριαλ, για περάστε, για περάστε.

Είδε το Βόσπορο στη νύχτα και στη μέρα του, α, το Βόσπορο...  Είδε και το Μαρμαρά.

Mavi Marmara. Ποιο μαβί δε γίνεται. Τα πεύκα της Χάλκης, τα πεταλάκια της Πρίγκηπος και η ανάμνηση, από δεύτερο χέρι, μιας άλλης ζωής. Το αεράκι των μπουγαζιών και ο πρωθύστερος νόστος που - επιτέλους - ικανοποιήθηκε.

Και στο φλεγόμενο Σισμανόγλειο Μέγαρο στην Ιστικλάλ - μιας απλής απρονοησίας του Προμηθέα - είδε το πρόσωπο της πατρίδας που ξέρει να προκόβει κυρίως και κατά προτίμηση έξω από τα όριά της.

Αυτά τα τσουρούτικα, μίζερα όρια ενός εθνικού κράτους που  κόστισε  αίμα και  ξεριζωμό, ανδρώθηκε με μεγάλες ιδέες,  αξιώθηκε την αίγλη της αρπαχτής, για να καταλήξει στα τωρινά καζάντια. Κοινώς, φωτιά στα μπατζάκια μας.

Πάντως η Ρωμιά της ιστορίας μας βρήκε και την έξοδο Mahmutpasa στο Καπαλί Τσαρσί και κατηφόρισε στη βαθιά Τουρκία του Εμίνονου. Καλντιρίμι,  γυναίκες με σαλβάρια, μαγαζιά με κεφαλομάντηλα και ρουχαλάκια πριγκίπων για τη μέρα της περιτομής. Μέχρι το Kurkcuhan, όμοια κι απαράλλαχτα κατά τα άλλα με τα γενέθλια Καπάνια, της φτωχιάς εξαδέλφης από την επαρχία. Εκεί και το Gulum Yun, δηλαδή Nako el Orgu Yunleri. Εκεί και το μαγκιόρο κασμιράκι για να πλεχτεί το ρούχο -  ενθύμιο του ταξιδιού,  εκεί έμποροι με ταχύτατα αντανακλαστικά , biraz para κατά τα άλλα. Εσύ εμένα διες, στην Πόλη  πλέκουν και άντρες.
Ο πατέρας της Ρωμιάς μας, βέβαια, ποτέ χρησιμοποιούσε το ρήμα "έπλεξε", αλλά το  "έμπλεξε", ως εξής: Μπλέκω, μπλέκεις, μπλέκει. Μπλέκουμε, μπλέκετε, μπλέκουν. Κι η ίδια,  πρώτη από τους δικούς της που γύρισε πίσω, ενενήντα χρόνια μετά το φευγιό, έτοιμη από παλιά να πιαστεί στη γοητεία αυτού που άκουγε πάντα να το λένε "πατρίδα" , θα του απαντούσε:
-Ναι, μπαμπά, μπλέξαμε. Μπλέξαμε για τα καλά.












3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Περίμενα με ανυπομονησία τη συγκεκριμένη ανάρτηση.Την ευχαριστήθηκα.Χρόνια πολλά.(Κατόπιν εορτής και για το παιδάκι σου)Φ.

VARALIS είπε...

Μην το ψάχνεις.... η μόνη πατρίδα μας η γλώσσα κι εκείνο το απεμποληθέν κάλλος... απλώς ναυάγια των αξιών μας σχηματοποιούμε τα βαρίδια της ύπαρξης μας που τα βάψαμε Ακαθάριστο Εθνικό Προϊον...Αστα

Στέλιος είπε...

Antapodidw: http://eistinpolin.wordpress.com/2010/05/24/sobraluz/

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails