Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Η αιωνιότητα της μέρας




(...)Είχε χιονίσει στην πόλη.Έξω από το λιμάνι, η ακίνητη θάλασσα είχε ένα χρώμα μολυβί, ίδιο με τα χαμηλά σύννεφα που κυλούσαν αργά πάνω από το βουνό κρύβοντας τον ορίζοντα στην άκρη του κόλπου.Σίγουρα θα ξαναχιόνιζε τη νύχτα, σκέφτηκε ο γέροντας.
"Μέχρι την ψυχή μου χύθηκαν τα ύδατα, με περικύκλωσε η έσχατη άβυσσος, το κεφάλι μου βυθίστηκε στις χαράδρες των ορέων" ψιθύρισε αυθόρμητα τους στίχους του ποντοπόρου προφήτη και έκανε το σταυρό του.Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο βάθος που ανοιγόταν μπροστά του.
(...)Έμποροι, ναυτικοί, νοικοκυραίοι και υπηρέτες στριμώχνονταν στα λασπωμένα σοκάκια γύρω από τον ναό του Αγίου Μηνά του Αιγυπτίου, χαμάληδες κουβαλούσαν σάκους και δέματα, αγωγιάτες έσερναν τα μουλάρια τους. (...)Ήταν Σάββατο, μόλις δυο ώρες πριν τον εσπερινό.
(...)Μόλις κατάλαβε ο άντρας ότι τον κοίταζαν έβγαλε ένα ουρλιαχτό και πετάχτηκε όρθιος. Τα σκυλιά γύρω του λούφαξαν. Πάνω από το αδύνατο κορμί του φορούσε μόνο ένα κοντό τσόχινο ράσο στερεωμένο με ένα σχοινί γύρω από τη μέση. Τα μακριά γκρίζα μαλλιά του και τα γένια του είχαν σκληρύνει από την απλυσιά. (Π. Αγαπητός, Ο χάλκινος οφθαλμός, Μια Βυζαντινή ιστορία μυστηρίου,Άγρα)

Λοιπόν, συναντιούνται οι ταινίες, τα βιβλία και η πραγματικότητα;Πώς γίνεται και ακουμπούν μεταξύ τους ιδεατές εικόνες σε ένα παιχνίδι συνειρμών και αλήθειας;
Οι άνθρωποι, αληθινοί και φανταστικοί, συνομιλούν με το παρόν και το παρελθόν.
Ο ήρωας του Αγγελόπουλου που κοιτάζει από το παράθυρο, μήπως είμαι εγώ; Όπως τότε, στο δημοτικό σχολειό, κοιτούσα απέναντι, την ίδια μεριά, και χάζευα απ' τα παράθυρα της τάξης δυο κόρες που σαν ακρόπρωρα βαστούσαν στις πλάτες τους το γείσο του Ματζέστικ. Ή μήπως είναι ο σαλός άντρας που πλανιέται στην πόλη παρέα με ένα μαύρο σκύλο και οι χρησμοί πετούν στο γύρω του αέρα; Η παραλία και το λιμάνι χειμώνα καιρό, το γκρίζο, η αναζήτηση της ύπαρξης, της αλήθειας, η κεντήστρα του Άγιου Μηνά. Τότε. Τώρα. Δοκιμάστε,υπάρχουν .
Αριστερά,μπαίνοντας στη στοά της εκκλησίας από την Ίωνος Δραγούμη , το μαγαζί με τη λευκή λαδομπογιά στα ξύλινα κουφώματα και την ηλεκτρική θερμάστρα. "Καρικώματα". Δυο ήταν οι γυναίκες που γνώριζαν την ευγενική αυτή τέχνη και στέκονταν εκεί, δίπλα δίπλα. Η μια πέθανε. Το μαγαζί της στέκει άδειο, υπάρχει μόνο η ταμπέλα. Η τελευταία που απέμεινε είχε στα νιάτα της μάθει την τέχνη από μια καραμανλού προσφυγίνα που ύφαινε χαλιά. Είναι όμοια στην πονηριά με την Ευφροσύνη του Αγαπητού, αλλά καταλαβαίνει για ποιο λόγο την κόρη μου τη λένε Ελισσώ και την πιάνει η συγκίνηση. Τα παιδιά της την πιέζουν να βγει πια στη σύνταξη. Τέλος εποχής.
Ναι, ίσως να είναι αλήθεια. Υφαίνουμε εικόνες μαζί με άλλες εικόνες για να εκφράσουμε μια στιγμή ή μια ζωή. Αναλόγως με τα νήματα που διαθέτουμε.

2 σχόλια:

Roadartist είπε...

Καλα..το συγκεκριμένο βίντεο το χάζευα στο youtube πριν λιγες ημερες..απίστευτο..πολύ όμορφο απόσπασμα. Να σαι καλα!

sobraluz είπε...

Σ΄ευχαριστώ, road!

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails